Σχέσεις της νεοελληνικής με την ευρωπαϊκή λογοτεχνία (1830 – 1920)

Οι παρουσίες των ξένων συγγραφέων στα γράμματά μας δεν αποτελούν, τις περισσότερες φορές, απλές και μονοσήμαντες “μιμήσεις” ή περαστικές μόδες: συνδέονται μ’ ένα περίπλοκο σύνολο διαλεκτικών σχέσεων, αναγκών και αναγκαιοτήτων που πρέπει ν’ ανιχνεύουμε κάθε φορά με προσοχή, αν θέλουμε να περάσουμε από το προστάδιο της περιγραφής στο στάδιο της ερμηνείας.

by Times Newsroom
  • ΠΑΝΑΓΙΩΤΗΣ ΜΟΥΛΛΑΣ*

ΤΟ ΘΕΜΑ είναι τόσο ευρύ που μας υποχρεώνει να περιοριστούμε σε μερικά μόνο γενικά φαινόμενα. Εξάλλου τα όρια 1830-1920 αποτελούν ένα συμβατικό πλαίσιο: ούτε περικλείουν προνομιακά το αντικείμενο της μελέτης μας ούτε υποδεικνύουν μια χρονική περίοδο που θα μας απασχολήσει εξαντλητικά με όλες τις εκδηλώσεις της.

Η λέξη “σχέσεις” προτιμήθηκε στον τίτλο σε αντιδιαστολή με τη λέξη “επιδράσεις” που χρησιμοποιείται συνήθως σε ανάλογες περιπτώσεις (βλ. τις εργασίες του Ηλία Βουτιερίδη, του Α. Τερζάκη, του Κ. Μητσάκη κ.ά.): το πρόβλημα δεν είναι να επισημάνουμε έναν παθητικό δέκτη (νεοελληνική λογοτεχνία) και έναν ενεργητικό πομπό (ευρωπαϊκή λογοτεχνία), αλλά να μελετήσουμε τις επαφές τους και, κυρίως, να ερμηνεύσουμε τους όρους κάτω από τους οποίους εξασφαλίζεται, ως αποτέλεσμα επιλογής ή κάλυψης αναγκών, η επικοινωνία του δέκτη με τον πομπό.

Το υλικό της μελέτης

Υπάρχουν τρεις περιοχές, τρεις χώροι που μας επιτρέπουν ν’ ανιχνεύσουμε την παρουσία των Ευρωπαίων συγγραφέων στα γράμματά μας: οι μεταφράσεις, οι μιμήσεις και οι μνείες -αναφορές.

α) Οι μεταφράσεις. Δυστυχώς, δε διαθέτουμε μια συνθετική μελέτη για τις ξένες μεταφράσεις στα ελληνικά. Τα περιοδικά του 19ου αιώνα κατακλύζονται απ’ αυτές. Οι αυτοτελείς εκδόσεις μεταφράσεων αφθονούν – δεν έχει κανείς παρά να συμβουλευθεί, ώς το 1864, τη Βιβλιογραφία Γκίνη – Μέξα. Στα 1873, ο μαρκήσιος Queux de Saint-Hilaire δημοσιεύει τη μελέτη του “Des traductions et des imitations en Grec moderne” και, ένα χρόνο αργότερα, η “Εφημερίς των Βιβλιοφίλων” (αρ. 9, κε. 1874) προσφέρει ένα χρήσιμο κατάλογο: εργασίες χαρακτηριστικές τόσο για το πλήθος των ξένων μεταφράσεων όσο και για την ανάγκη της καταγραφής τους. Ας σημειωθεί ότι οι μεταφράσεις μυθιστορημάτων, κυρίως γαλλικές, προκαλούν την έντονη αποδοκιμασία των Ελλήνων λογίων, πράγμα που πιστοποιούν αρκετά κείμενα από το 1855 περίπου και πέρα.

β) Οι μιμήσεις. Ο όρος “μίμησις” ή “απομίμησις” απαντά πολύ συχνά στο λεξιλόγιο του 19ου αιώνα. Αναφέρεται συνήθως υποτιμητικά, ως μομφή (βλ. λ.χ. στα 1877, τη διάλεξη του Άγγελου Βλάχου για τον Α. Σούτσο ή τις επιθέσεις του Ροΐδη ενάντια στην ελληνική ποίηση για “ψυχράς κλασικών μιμήσεις”), άλλοτε ουδέτερα, ως απλή διαπίστωση (στα 1835 ο Π. Σούτσος αναφέρει ότι κατέφυγε σε “απομιμήσεις τινάς του Δελαμαρτίνου”) και κάποτε εγκωμιαστικά, ως έπαινος (στα 1874, μιλώντας για τον Α. Σούτσο, ο Ι. Παπαδιαμαντόπουλος τονίζει ότι “το είδος τούτο των δανείων δεν εθεωρήθη ως κλοπή αλλ’ ως κατάκτησις”). Υπάρχουν εξάλλου περιπτώσεις όπου οι μιμήσεις δίνουν την εντύπωση μεταφράσεων· παράδειγμα, ορισμένα διηγήματα του Α.Ρ. Ραγκαβή ή ο “Αλφρέδος” του Α. Παράσχου.

γ) Οι μνείες – αναφορές. Πρόκειται για κάθε λογής αναφορές ξένων συγγραφέων που περιέχονται σε ελληνικά κείμενα, σε ποιήματα, σε άρθρα, σε μελέτες κ.λπ. Αλλά οι επαινετικές μνείες δεν προϋποθέτουν αναγκαστικά επιδράσεις· παράδειγμα ο Βαλαωρίτης που, ενώ εκφράζεται με θαυμασμό για τον V. Hugo, στην ουσία έχει μ’ αυτόν μόνο μια “χλωμή αναλογία” η οποία “δεν αντέχει σε προσεκτικώτερο εξέτασμα” (Κ. Παλαμάς, 1927). Απεναντίας, πολλές πραγματικές επιδράσεις αποσιωπούνται ή αποκρύβονται από τους λογοτέχνες οι οποίοι τις έχουν υποστεί.

Γενικό σχήμα της παρουσίας των ξένων συγγραφέων

Στην καθαυτό ρομαντική περίοδο (1830 – 1880) κυριαρχούν στα γράμματά μας ξένοι συγγραφείς που επικρατούν στην Ευρώπη ή που συνδέονται άμεσα με φαινόμενα της ελληνικής πνευματικής –ακόμη και πολιτικής και κοινωνικής– ζωής: Byron, Béranger, Barthélemy, Lamartine, Hugo, Heine, Shakespeare, Goethe, Schiller, Foscolo, W. Scott, Dumas, G. Sand, Madame de Staël, Dickens, κ.α. Τέσσερις ξένες χώρες κατέχουν σχεδόν αποκλειστικά τα πρωτεία: η Γαλλία, η Αγγλία, η Ιταλία και η Γερμανία. Μετά το 1880, με την εμφάνιση νέων σχολών (νατουραλισμός και ρεαλισμός στην πεζογραφία, παρνασσισμός και συμβολισμός στην ποίηση), οι ξένες παρουσίες πληθαίνουν. Ο Παλαμάς ονομάζει στα 1920 τους Γάλλους ποιητές – “διδασκάλους” της γενιάς του: Baudelaire, Sully Prudhomme, Leconte de Lisle, Verlaine, Moréas. Ανάμεσα στα ξένα ονόματα που κυριαρχούν μετά το 1880 αναφέρουμε ακόμη μερικά: F. Coppee, Heredia, Zola, Poe, Ντοστογιέφσκι, Τολστόι, Ίψεν, Wilde, D’Annunzio.

Οι λογοτεχνικοί εκπρόσωποι των ευρωπαϊκών χωρών πληθαίνουν: προστίθενται οι Ρώσοι και οι Σκανδιναβοί συγγραφείς. Ωστόσο, αναμφισβήτητο παραμένει το γεγονός ότι σ’ όλη την περίοδο που εξετάζουμε, αλλά και πριν και μετά απ’ αυτήν, η γαλλική λογοτεχνία κατέχει την πρώτη θέση στα γράμματά μας και ασκεί τις διαρκέστερες επιδράσεις. “Φιλολογικώς αποτελούμεν μιαν επαρχίαν της Γαλλίας”, παρατηρεί στις 29 Οκτωβρίου 1894, προλογίζοντας την πρώτη ελληνική παράσταση του Ίψεν, ο Γρηγόριος Ξενόπουλος.

Αν περιοριστούμε στη ρομαντική ελληνική περίοδο και ειδικότερα στην ποίηση, θα διαπιστώσουμε την κυριαρχική παρουσία τεσσάρων Ευρωπαίων ποιητών (οι τρεις είναι Γάλλοι): του Byron, του Lamartine, του Béranger και του Barthélemy. Οι δυο τελευταίοι, υποδείγματα πολιτικής και σατιρικής έκφρασης, επηρεάζουν φανερά τον Α. Σούτσο. Ο Lamartine εμφανίζεται με την “Κιθάρα” (1835) του Π. Σούτσου και διαγράφει μια σταθερή καμπύλη στα γράμματα ώς το 1880 περίπου· οι μεταφράσεις της “Λίμνης” του είναι πολυάριθμες. Τέλος, ο Byron αποτελεί τη σημαντικότερη παρουσία σε όλο τον 19ο αιώνα: θα μπορούσε κανείς να πει πως ο ελληνικός ρομαντισμός στο μεγαλύτερο μέρος του και στα χαρακτηριστικότερα φανερώματάς του είναι βυρωνικός.

Μια προσπάθεια ερμηνείας

Πώς εξηγείται ο καθοριστικός ρόλος των παραπάνω ποιητών στη διαμόρφωση του ελληνικού ρομαντισμού;

Πρώτη παρατήρηση: οι τέσσερις ποιητές που αναφέραμε εμφανίζονται στα έργα των αδελφών Σούτσων και του Α.Ρ. Ραγκαβή (ας μην ξεχνούμε και το δημοσιευμένο στα 1834 απόσπασμα του βυρωνικού “Λάμπρου” του Σολωμού) μέσα στη δεκαετία 1830-1840. Δεύτερη παρατήρηση: μέσα στην ίδια δεκαετία διαμορφώνεται βασικά και ολόκληρο το φαινόμενο του ελληνικού ρομαντισμού με τα τυπικότερα γνωρίσματά του. Έτσι χρειάζεται: α) ν’ αναλυθούν τα γνωρίσματα αυτά στο σύνολό τους και β) να βρεθεί η αντιστοιχία τους με τα πραγματικά βιώματα της δεκαετίας 1830-1840.

Αν ο ελληνικός ρομαντισμός με τις δυο σημαντικότερες εκδηλώσεις του, τη συλλογική έξαρση και την ατομική απόγνωση, εκφράζει βασικά μιαν άρνηση του παρόντος και δίνει ένα “σύνθημα εις διαμαρτύρησιν” (Α.Ρ. Ραγκαβής, 1837), είναι γεγονός ότι η δυναμική του στηρίζεται σ’ένα βίωμα διάψευσης που συνειδητοποιείται αμέσως μετά το 1830 για συγκεκριμένους ιστορικούς λόγους (απογοήτευση από την ασφυκτική στενότητα των ορίων του κράτους, δυσκολίες προσαρμογής, πολιτικές και κοινωνικές συγκρούσεις, φτώχεια και υπανάπτυξη, σβήσιμο του φιλελληνισμού, βαυαροκρατία, θεωρία του Fallmerayer, κ.λπ. Μέσα σ’ένα τέτοιο κλίμα διαμορφώνεται το ρομαντικό αίσθημα της “πτώσης του ιδανικού” ή του χαμένου παράδεισου, διατυπωμένο με τη συχνή μεταφορά (την πρωτοσυναντούμε το 1835 στην “Κιθάρα” του Π. Σούτσου) των γιγάντων και των πυγμαίων: οι αγωνιστές του’21 (γίγαντες) αντιπαρατίθενται επίμονα στους απογόνους τους (πυγμαίους ή νάνους). Με τέτοιους όρους, δεν είναι δύσκολο να καταλάβουμε πως λειτουργούν τα ξένα ποιητικά πρότυπα. Οι Béranger και Barthélemy ανταποκρίνονται στη σατιρική, πολιτική κ0αι αντιπολιτευτική προσπάθεια του Α. Σούτσου και των μαθητών του, ο Lamartine καλύπτει μια έντονη διάθεση “ελεγειακής μελαγχολίας” (Βερναρδάκης, 1863), ο Byron, ποιητής “της ανταρσίας και της τρικυμίας” (Παλαμάς), χρησιμεύει για να εκφραστούν βιαιότερα αισθήματα.

Ο χρόνος δε μας έδωσε τη δυνατότητα να καλύψουμε τα όρια της μελέτης μας με περισσότερα παραδείγματα που θ’ αναφέρονταν στα μεταγενέστερα χρόνια και θα καθόριζαν τις σχέσεις της λογοτεχνίας μας με άλλα ευρωπαϊκά ρεύματα. Ένα είναι βέβαιο, πως οι παρουσίες των ξένων συγγραφέων στα γράμματά μας δεν αποτελούν, τις περισσότερες φορές, απλές και μονοσήμαντες “μιμήσεις” ή περαστικές μόδες: συνδέονται μ’ ένα περίπλοκο σύνολο διαλεκτικών σχέσεων, αναγκών και αναγκαιοτήτων που πρέπει ν’ ανιχνεύουμε κάθε φορά με προσοχή, αν θέλουμε να περάσουμε από το προστάδιο της περιγραφής στο στάδιο της ερμηνείας.

  • Πηγή: Δελτίο της Εταιρείας Σπουδών Νεοελληνικού Πολιτισμού και Γενικής Παιδείας. Ιδρυτής: Σχολή Μωραϊτη. 2 Αθήνα 1978.

*ΠΑΝΑΓΙΩΤΗΣ ΜΟΥΛΛΑΣ

Ο Παναγιώτης Μουλλάς (1935-2010) γεννήθηκε στο Κιλκίς. Σπούδασε φιλολογία στο Αριστοτέλειο Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης. Υπήρξε επιστημονικός συνεργάτης του Εθνικού Ιδρύματος Ερευνών στην Αθήνα (1961-1966) και έζησε για πολλά χρόνια στο Παρίσι (1966-1977), όπου δίδαξε νεοελληνικά στο Παν/μιο της Nanterre και στο Νεοελληνικό Ινστιτούτο της Σορβόννης. Το 1977 εξελέγη καθηγητής της νεοελληνικής φιλολογίας στη Φιλοσοφική Σχολή του Α.Π.Θ., και έκτοτε έζησε και δίδαξε στη Θεσσαλονίκη. “Έφυγε” από τη ζωή το Σάββατο 11 Σεπτεμβρίου 2010, σε ηλικία 75 ετών, καταλοίποντας πίσω του πλούσιο φιλολογικό έργο. Έργα του, μεταξύ άλλων, είναι:
– Λουκιανού, “Εταιρικοί και νεκρικοί διάλογοι” (προλεγόμενα, μετάφραση, σημειώσεις), Γαλαξίας 1967.
– Γκ. Φλωμπέρ, “Η αισθηματική αγωγή” (χρονολόγιο, προλεγόμενα, βιβλιογραφία, μετάφραση, σημειώσεις), Γαλαξίας 1971· Οδυσσέας 1981.
– “Α. Παπαδιαμάντης αυτοβιογραφούμενος” (εισαγωγή, κείμενα, κρίσεις), Ερμής 1974· 1981.
– Γ. Μ. Βιζυηνός, “Νεοελληνικά διηγήματα” (εισαγωγή, κείμενα, κρίσεις), Ερμής 1980· Εστία, 1994.
– “Για τη μεταπολεμική μας πεζογραφία: κριτικές καταθέσεις”, Στιγμή 1989.
– “Ρήξεις και συνέχειες: μελέτες για τον 19ο αιώνα”, Σοκόλη-Κουλεδάκη 1994.
– “Η δέκατη μούσα: μελέτες για την κριτική”, Σοκόλη-Κουλεδάκη 2001.
– Γερ. Βώκος, “Ο κύριος πρόεδρος” (εισαγωγή, επιμέλεια), Σοκόλη-Κουλεδάκη 2004.
– “Ο χώρος του εφήμερου: στοιχεία για την παραλογοτεχνία του 19ου αιώνα”, Σοκόλη-Κουλεδάκη 2007, κ.ά.

Σχετικά Άρθρα

Αυτή η ιστοσελίδα χρησιμοποιεί cookies για να βελτιώσει την εμπειρία σας. Συνεχίζοντας την περιήγησή σας, δίνετε την συγκατάθεσή σας για την χρήση των cookies. Aποδοχή