Θ. Πετσάλης-Διομήδης: Τέσσερις φορές 1857 | Χρονικό

Το ξεροβόρι φυσούσε άγρια κι οι στάλες το νερόχιονο που πέφτανε κάθε τόσο, στέγνωναν αμέσως πάνω στους δρόμους. Σύννεφα βαριά, όχι όμως σκοτεινά, μολυβένια, πουπουλένια σύννεφα του χιονιού, κουκούλωναν τον ουρανό, τη γη, τα πάντα.

by Times Newsroom

ΘΑΝΑΣΗΣ ΠΕΤΣΑΛΗΣ-ΔΙΟΜΗΔΗΣ

Τέσσερις φορές 1857

ΕΚΕΙΝΟ το χειμωνιάτικο πρωί του 1857, ένας άντρας ώς τριάντα χρόνων, μάλλον κοντός, μάλλον άσκημος, με μικρά μάτια και σουβλερή ματιά, με αραιά μαύρα γένια, λεπτό μαύρο μουστάκι και μαύρα μαλλιά που ξεχειλούσαν απ’ τον κοζάκικο γούνινο σκούφο ώς το σβέρκο του, κατέβαινε το Βουλεβάρτο του Σαιν Ζερμαίν, στο Παρίσι, φορώντας βαριά καφεδιά γούνα.

Το ξεροβόρι φυσούσε άγρια κι οι στάλες το νερόχιονο που πέφτανε κάθε τόσο, στέγνωναν αμέσως πάνω στους δρόμους. Σύννεφα βαριά, όχι όμως σκοτεινά, μολυβένια, πουπουλένια σύννεφα του χιονιού, κουκούλωναν τον ουρανό, τη γη, τα πάντα.

Φαινόταν ο διαβάτης πως ήταν φερμένος από μακριά, από τα ξένα. Λέο Νικολάγιεβιτς Τόλστοϊ το όνομά του. Κόμης Τόλστοϊ. Είχε φτάσει πριν ένα μήνα στο Παρίσι, για πρώτη φορά. Τα χαρτιά του έγραφαν : από το Κυβερνείο της Τούλας, στη Μεγαλορωσία.

Βάδιζε αφηρημένος, δίχως να κοιτάζει δεξιά ή αριστερά, θαρρείς κι έβλεπε κάτι εμπρός του και πήγαινε ίσια κατά κει.

Άξαφνα στάθηκε. Ένα βιβλιοπωλείο. Ένα μικρό βιβλιοπωλείο με πολλά βιβλία απλωμένα σε πλατύ ράφι, μπροστά σε μια σκονισμένη βιτρίνα γεμάτη βιβλία κι εκείνη.

Ο ξένος στάθηκε και το μάτι του ήταν καρφωμένο – έτσι καρφωνόταν πάντα, είτε βιβλίο κοίταζε, είτε μύγα, είτε άνθρωπο – σε πέντε-έξι βιβλία, πέντε-έξι αντίτυπα από το ίδιο βιβλίο που ήταν προσεχτικά αραδιασμένα στη μέση ακριβώς του ραφιού. Μια φαρδιά χάρτινη κορδέλα έγραφε με κατάμαυρα φρεσκοτυπωμένα γράμματα : “Μόλις εκυκλοφόρησε”.

Ο ξένος πήρε ένα αντίτυπο και το ξεφύλλισε.

– Πόσο έχει ; ρώτησε σε αλάθητη γαλλική την κοπέλα που είχε βγει στο κατώφλι του μαγαζιού μόλις τον είδε να στέκεται.

– Τρία φράγκα, κύριε.

Ο ξένος πλήρωσε κι έχωσε το βιβλίο στην τσέπη της γούνας του. Προχώρησε.

– Les Fleurs du Mal, είπε μονολογώντας. Les Fleurs du Mal. Charles Baudelaire. Baudelaire. Δεν τον ξέρω. Ας τον δούμε κι αυτόν.

Γύρισε στο σπίτι του φίλου (και συμπατριώτη του) που τον φιλοξενούσε. Χτύπησε πολλήν ώρα, ώσπου να του ανοίξουν. Στο τέλος ήρθε μια γυναίκα παχιά, μεγαλούτσικη, από τις άσκημες που αρέσουν στους άντρες. Ο κόμης Τόλστοϊ έσκυψε και της φίλησε το χέρι.

– Τα σεβάσματά μου, κυρία Βιαρντό, της είπε.

– Ο Ιβάν λείπει, αποκρίθηκε εκείνη. Πήγε στο σπίτι του Musset. Μάθαμε πως είναι στα τελευταία του.

– Μα καλά, δεν είχε πεθάνει; απόρησε ο Τόλστοϊ.

– Περίπου, εξήγησε η κ. Βιαρντό. Είναι τρία χρόνια τώρα που… έπεσε, έπεσε πολύ χαμηλά. Καημένο παιδί ! Ο καημένος ο Musset !

Τα μάτια της είχαν γεμίσει δάκρυα, δάκρυα που λίμνασαν μέσα στις κόγχες, δίχως να ξεχειλίσουν.

Δεν μιλήσανε πια, λίγη ώρα. Η Παυλίνα Βιαρντό ήταν η περίφημη κοντράλτα της Όπερας, η αδερφή τής ακόμα πιο περίφημης σοπράνο Μαρίας Μαλιμπράν, που πέθανε εικοσάχρονη, πέφτοντας από το άλογο μια μέρα στο Λονδίνο. Την Παυλίνα την είχε γνωρίσει ο Τόλστοϊ στην Πετρούπολη, πριν δυο χρόνια, όταν πρωτάρχιζε ο έρωτάς της με τον Τουργκιένιεφ, τον φίλο του τον Ιβάν. Ο Τουργκιένιεφ είχε γίνει μισοπαριζιάνος στο αναμεταξύ (ακολουθώντας την Παυλίνα) και τώρα φιλοξενούσε τον Τόλστοϊ στο διαμέρισμά του.

– Ο Ιβάν είναι ένα παιδί, είπε η κ. Βιαρντό. Είναι απονήρευτος κι έχει χρυσή καρδιά.

– Τον αγαπώ και τον θαυμάζω, είπε ο Τόλστοϊ απλώνοντας τα πόδια του. Κι όμως δεν ταιριάζουμε. Δεν ταιριάζουμε καθόλου. Αυτός είναι… κοντά στα σύννεφα, για να μην πω μέσα στα σύννεφα, είναι εξαιρετικά, δηλαδή παραπάνω από ό,τι πρέπει, ευαίσθητος, είναι… πώς να το πω, είναι… πολύ Ευρωπαίος. Εγώ είμαι πολύ Ρώσος, είμαι πρωτόγονος. Δε μοιάζουμε σε τίποτα.

– Γι’ αυτό αγαπιόσαστε, έκανε η Παυλίνα.

– Ίσως, ψιθύρισε ο Τόλστοϊ κλείνοντας τα μάτια.

Σωπάσανε. Σε λίγο της λέει :

– Δε μου παίζεις πιάνο ; Μια σονάτα του Μπετόβεν, την Απασιονάτα !

Εκείνη αρνήθηκε μαλακά.

– “Μην παίζεις ποτέ στα πρόχειρα” μου έλεγε πάντα ο Λιστ. Ξέρεις, τον είχα δάσκαλο τον Λιστ, πρόσθεσε με φιλαρέσκεια.

Ωστόσο, δεν άργησε να γυρίσει ο Τουργκιένιεφ. Μπήκε ο γίγας και γέμισε η μικρούτσικη κάμαρα. Έπεσε σε μια πολυθρόνα, που έτριξε φοβερά από το βάρος του, και είπε ξερά :

– Πέθανε.

– Πέθανε ; ρώτησαν μαζί και οι δυο, σαν να μην το πίστευαν.

– Ναι, πέθανε, ξανάπε με σπασμένη φωνή ο Τουργκιένιεφ. Πέθανε, πέθανε.

Ο Τόλστοϊ δε μίλησε. Άπλωσε μηχανικά το χέρι και πήρε από το τραπεζάκι το βιβλίο που είχε αγοράσει πριν λίγο από το Μπουλβάρ Σαιν Ζερμαίν. Ο Τουργκιένιεφ δε σάλεψε.

– Τα ξέρεις αυτά ; ρώτησε ο Τόλστοϊ.

– Ποια ;

– Αυτά τα ποιήματα, κάποιου Baudelaire. Charles Baudelaire. Μόλις κυκλοφόρησαν.

– Α, του Baudelaire. Τα ξέρα τα ποιήματά του. Τον ξέρω κι εκείνον. Φέτος επέθανε ο ρομαντισμός με τον Musset και γυρίζει η σελίδα του ρομαντισμού… με τούτο το βιβλίο.

– Δώσε μας να πιούμε, πρότεινε ο Τουργκιένιεφ. Ο Λέο είναι πάντα διψασμένος. Και ύστερα έλα, Παυλίνα να σας διαβάσω κάτι… από εδώ μέσα.

Ο Τουργκιένιεφ ξεφύλλιζε τα Άνθη του Κακού. Η Παυλίνα πήγε, ήρθε, έφερε μια μποτίλια βότκα και δυο ποτήρια. Ο Τόλστοϊ γέμισε το δικό του ποτήρι δυο φορές απανωτά, το άδειαζε μονορούφι,αναγέρνοντας απότομα το κεφάλι, “όπως οι αμαξάδες στις στέπες, είχε πει ο Τουργκιένιεφ στην Παυλίνα, όταν σταθούνε παγωμένοι σε κανένα χάνι και πίνουν για να ζεσταθούνε.” (“Εγώ ζεσταίνω την ψυχή μου, είχε απαντήσει ο Τόλστοϊ, δίχως να γελάσει. Η ψυχή μου παγώνει πολλές φορές, νιώθω ότι πάει να παγώσει. Τότε πίνω.”)

Ο Τουργκιένιεφ σήκωσε το βλέμμα του από το βιβλίο στον Τόλστοϊ και τον κοίταξε καλά.

– Έχετε ορισμένα κοινά σημεία, Λέο, με τον ποιητή αυτών των τραγουδιών. Ανάμεσα στα άλλα είναι και πότης φοβερός. Δυστυχώς. Λένε μάλιστα… ότι έχει μπλεχτεί, ότι χάνεται σε τεχνητούς παραδείσους ναρκωτικών. Χασίσι, όπιο. Δεν ξέρω. Τσορτ ζνάιτ ! (Ο διάβολος ξέρει !) Αλλά μοιάζετε και σε κάποια προτίμηση, όχι προτίμηση, μια έλξη, μια παράξενη έλξη – εγώ δεν την καταλαβαίνω καθόλου – που έχουν απάνω σας οι εξωτικοί τύποι γυναικών, λ.χ. οι τσιγγάνες.

– Δεν μπορώ τνα το κρύψω, είπε ο Τόλστοϊ με κέφι, ότι υπάρχουν εξαιρετικά ωραίες τσιγγάνες, εξαιρετικά θελκτικές, γοητευτικές τσιγγάνες. Ομολογώ μάλιστα, ότι κάποτε…

Ο Τουργκιένιεφ τον έκοψε.

– Ε, τα ξέρουμε. Και στο δικό μου κτήμα κάποτε σε βρήκαμε με μια τσιγγανοπούλα, θυμάσαι ; Ας μην τα λέμε. Η φαντασία, Λέο, η φαντασία εξάπτεται μερικές φορές μ’ αυτά τα αλλοπρόσαλλα πουλιά με τα χρωματιστά κουρέλια.

– Ναι, είπε συλλογισμένος ο Τόλστοϊ. (Άξαφνα είχε αλλάξει ύφος). Παρασύρομαι, παρασύρομαι ελεεινά. Από το πάθος, από τα πάθη μου. Κι ύστερα συχαίνομαι τον εαυτό μου, μετανιώνω.

– Αν θες, είπε τότε ο Τουργκιένιεφ για ν’ αλλάξει ομιλία, μπορούμε να πάμε απόψε στο καφενείο όπου συχνάζει ο Baudelaire, να σου τον δείξω τον ποιητή που σου μοιάζει στα γούστα, σ’ αυτό το θέμα τουλάχιστον.

– Ευχαρίστως, έκανε ο Τόλστοϊ άθυμα. Αλλά καλύτερα είναι να μας διαβάσεις πρώτα μερικά τραγούδια του, να ιδώ την ψυχή του, να νιώσω την ευαισθησία του.

Και ο Τουργκιένιεφ τους εδιάβασε με τη βαριά του φωνή, ωσάν να ήταν ψάλτης καμιάς ρωσικής εκκλησίας, τον Πρόλογο από τα Σπλην, την Προηγούμενη Ζωή, τους Ατσίγγανους Ταξιδευτές, τον Δον Ζουάν στην Κόλαση, την Ομορφιά, το Εξωτικό Άρωμα, το Ψοφίμι, τη Μεταθανάτιο Μεταμέλεια, τα Κοσμήματα, τη Βραδυνή Αρμονία…

Οι ώρες γλίστρησαν μαγικά. Νύχτωσε άξαφνα μες στο δωμάτιο. Σηκώθηκαν, ζαλισμένοι σχεδόν, και πήγανε στο καφενείο, να δούνε τον Baudelaire. Όμως εκείνο το βράδυ ο ποιητής δεν ήρθε να πιει το αψέντι του. Ούτε και το άλλο βράδυ.

Επιτέλους, κάποια φορά, πατώντας το κατώφλι του καφενείου, ο Τουργκιένιεφ γυρίζει και λέει χαμηλά :

– Εδώ είναι.

Και με την άκρη του ματιού τον έδειχνε.

Ο ποιητής καθόταν αμίλητος μπροστά σ’ ένα ποτήρι αψέντι και καπνός πολύς από το τσιμπούκι του τον τύλιγε ωσάν σε σύννεφο. Δίπλα του καθόταν μια μεγαλόσωμη γυναίκα, πολύ μελαχρινή, πολύ όμορφη, που έμοιαζε να βαριέται.

Ο ποιητής, ονειροπαρμένος, ανάλαφρα ζαλισμένος από το αλκοόλ, δεν πρόσεχε τη γυναίκα δίπλα του, ούτε και ήταν ανάγκη να την προσέξει, την ένιωθε, την έβλεπε με τον δικό του τρόπο. Μέσα στο σκοτισμένο μυαλό του μια εικόνα ξετυλιγόταν, κάτι λόγια που παίρνανε ρυθμό, που αραδιάζονταν λέξη τη λέξη, φράση τη φράση, θαρρείς άθελά του…

La très-chère était nue, et, connaissant mon coeur,
Elle n’avait gardé que ses bijoux sonores…

Τα χείλη του σάλευαν, υγράνθηκαν, το ένα του χέρι με τα δάχτυλα ανοιχτά άρχισε να τρέμει, το βλέμμα του θάμπωσε.

Γύρω του κανίς δεν πρόσεχε. Μόνο ο Τουργκιένιεφ, μόνο ο Τόλστοϊ. Θαρρείς και κατάλαβαν, θαρρείς και μάντευαν την ιερή στιγμή της δημιουργίας…

***

Σε λίγες μέρες έφυγε ο Τόλστοϊ από το Παρίσι, πήγαινε στη Γενεύη. Μέσα στη μεγάλη ταξιδιωτική άμαξα, με τα τέσσερα άλογα, καθότανε κοντά στο παράθυρο και κοίταζε τα ελβετικά βουνά, που τα πλησίαζαν ολοένα δίχως να τα φτάνουν, λες και τους ξέφευγαν, πισωχωρούσαν, αραδιάζοντας μικρούς λόγους τον ένα μετά τον άλλον για να ξεγελούν τους ταξιδιώτες. Ατελεύτητες χιονισμένες πλαγιές, που έλεγες ότι θ’ απλώσεις το χέρι να τις αγγίξεις, άνοιγαν άξαφνα σε βαθύτατε ρεματιές, ορθώνονταν οι κορυφές απρόσιτες, ακόμα και στο χιόνι που δεν μπορούσε να σταθεί απάνω τους, κι έμεναν αυτές μόνο, βαθύχρωμες ακίδες γυρισμένες κατά τον ουρανό μες στο κατάλευκο άπειρο. Αέρας παγερός γλιστρούσε απ’ το μισοανοιγμένο παράθυρο.

– Τι διαβάζετε ; ρώτησε ο Τόλστοϊ τον κύριο με το μαύρο γενάκι που καθόταν δίπλα του με τα πόδια τριπλοτυλιγμένα σε μια φλοκωτή κουβέρτα.

– Ένα μυθιστόρημα, είπε ο κύριος με κακή γαλλική προφορά. Ο τίτλος του είναι : Madame Bovary.

Έκλεισε το βιβλίο, βάζοντας το μεσαίο δάχτυλο στη σελίδα όπου είχε σταματήσει και έδειξε το εξώφυλλο.

– Gustave Flaubert. Έτσι λέγεται ο μυθιστοριογράφος. Τον έχετε ακουστά ; Διαβάσατε τίποτα δικό του ; Μου είπαν, ότι μόλις κυκλοφόρησε αυτές τις μέρες τούτο το βιβλίο. Να, και ο δεύτερος τόμος. Είναι σε δυο τόμους. Έχω την εντύπωση, έως εδώ που διάβασα, ότι στο είδος του είναι έργο σημαντικό.

– Είσθε πεζογράφος ; ρώτησε ο κόμης Τόλστοϊ.

– Όχι, είμαι δικηγόρος. Αλλά μ’ αρέσει το διάβασμα.

Είχανε πιάσει γνωριμία, λίγο αφού ξεκίνησε η καρότσα από το Παρίσι. Στο Ντιζόν προγευμάτισαν μαζί, στο πανδοχείο “Το άστο ελάφι”.

– Είμαι από την Ελλάδα, είχε πει ο κύριος με το μαύρο γενάκι, είμαι Έλληνας.

– Μήπως είσθε και Αθηναίος ;

– Ναι, Αθηναίος τώρα, αλλά μεγάλωσα στην Κέρκυρα. Έχω γεννηθεί στην Ήπειρο, σε κάτι ψηλά κι απότομα βουνά που κατεβαίνουν ώς τη θάλασσα.

Ο κύριος με το μαύρο γενάκι ξεφύλλιζε το χαρτόδετο βιβλίο. Σαν να έκανε μια προσπάθεια να βρει τα λόγια του, που ήταν όμως απλή προσπάθεια να ξεκαθαρίσει τους στοχασμούς του, είπε στο ρώσο συνταξιδιώτη του :

– Μου κάνει βαθιάν εντύπωση ο ψυχρός, όχι ψυχρός, ο ψύχραιμος, ο αντικειμενικός τρόπος με τον οποίον διαγράφει τους χαρακτήρες του αυτός ο συγγραφεύς, πώς κάνει τις περιγραφές του. Δεν είναι καθόλου ρομαντικός. Ανοίγει, θαρρώ, έναν καινούργιο δρόμο στο μυθιστόρημα. Δεν είμαι ειδικός, σας είπα, δεν είμαι καν λογοτέχνης. Αλλά οι περιγραφές του είναι εξαιρετικά λιτές, λιγόλογες συνήθως. Δεν παρασύρεται από τίποτα. Ούτε η φαντασία, ούτε οι λέξεις τον μεθούν, όπως άλλους συγγραφείς, ούτε οι ήρωές του. Παραμένει, ηθελημένα, κύριος του εαυτού του, του στοχασμού του, της πέννας του. Δίνει έτσι την πιο πιστή εικόνα της πραγματικότητος. Ίσως να βιάζει λίγο τον εαυτό του. Δεν ξέρω. Ίσως να βιάζει κάπως τα πράγματα.

– Και οι ρομαντικοί βιάζουν κατά πολλούς τρόπους τα πράγματα, τον αντίσκοψε ο Τόλστοϊ. Είμαι πολύ περίεργος να το διαβάσω αυτό το βιβλίο. Μου επιτρέπετε μια στιγμή, να σημειώσω τον ακριβή τίτλο και το όνομα του συγγραφέα ;

Έβγαλε ένα τσαλακωμένο σημειωματάριο και έγραψε με καθαρά, ολοστρόγγυλα λατινικά γράμματα : Gustave Flaubert, Madame Bovary, moeurs de province (2 vol. in 18o Paris).

Ξανάβαλε το σημειωματάριο στην τσέπη του κι έμεινε συλλογισμένος. Ύστερα είπε σηκώνοντας το αριστερό του χέρι και τρίβοντας τα τρία δάχτυλα ωσάν να κοσκίνιζε κάτι :

– Καθώς αντιλαμβάνομαι, ο συγγραφεύς αυτός προσπαθεί να πλάσει ανθρώπους αυτόβουλους, όχι νευρόσπαστα που να κινούνται σύμφωνα με τις ανάγκες της πλοκής, αλλά που να δημιουργούν εξελικτικά την πλοκή και να την παρακολουθούν με αδιάκοπες και ποικίλες αντιδράσεις. Οι ήρωές του εξελίσσονται ελεύθερα, αντί να είναι όπως ήταν έως τώρα στα μυθιστορήματα, ανδρείκελα κουρδισμένα, αυτόματα με προκαθορισμένες κινήσεις και αντιδράσεις. Τον δρόμο αυτό τον έχει ανοίξει ο Balzac. Οι ήρωες της Ανθρώπινης Κωμωδίας εξελίσσονται και αυτοί ελεύθερα, με τα καθημερινά απρόοπτα άλματα ή τις γνωστές σε όλους μας απροσδόκητες ανασχέσεις, που αποτελούν ακριβώς το αλάτι της ζωής, την ουσία της ζωής, τη γεύση της.

– Ασφαλώς σεις είσθε μυθιστοριογράφος, είπε ο Έλληνας χαμογελώντας.

– Έχω στο νου μου, να γράψω ένα μεγάλο μυθιστόρημα, αποκρίθηκε ο Ρώσος γυρίζοντας το πρόσωπό του προς το παράθυρο. Ένα μυθιστόρημα που να μοιάζει με εκείνες τις πελώριες τοιχογραφίες που θαυμάζουμε στις ιταλικές εκκλησίες ή στα παλάτια, και που ιστορούν ολόκληρες περιόδους από την Παλαιά ή την Καινή Διαθήκη ή από άλλα θέματα ιστορικά. Εγώ θέλω να κάνω έναν πίνακα… θα δοκιμάσω να ζωγραφίσω, να ζωντανέψω τη ζωή της πατρίδας μου της Ρωσίας στα χρόνια του Αλέξανδρου του Α΄, τον καιρό των Ναπολεόντειων Πολέμων, τη ζωή της Ρωσίας σε όλες τις εκδηλώσεις της, από τα ανώτατα στρώματα ώς τον τελευταίο στρατιώτη που αντιστάθηκε στον τύραννο κατακτητή…

Συνεπαρμένος, δεν έβρισκε τρόπο να τελειώνει τις φράσεις του. Άξαφνα, ωσάν να έφραξε εκείνο το διάβα το ορμητικό, γύρισε την κουβέντα αλλού.

– Εσείς στην Ελλάδα έχετε ανθηρή λογοτεχνία ; Ακμάζει το μυθιστόρημα στον τόπο σας ;

– Σας είπα, δεν είμαι λογοτέχνης, αποκρίθηκε ο κύριος με το μαύρο γενάκι, ουδέ και ασχολήθηκα ποτέ με τη λογοτεχνία. Έχουμε μερικά μυθιστορήματα ελληνικά, ρομαντικά, που είναι και τα χειρότερα, και ιστορικά, της σχολής Ουόλτερ Σκοτ. Δεν νομίζω όμως, ότι προσθέτουν τίποτα, όχι καν στην παγκόσμια γραμματολογία, αλλά ούτε και στα ελληνικά γράμματα. Στην ποίηση όμως το πράγμα αλλάζει, κόντε Τόλστοϊ. Στην Ελλάδα έχουμε έναν μεγάλο ποιητή, και ακριβώς αυτές τις ημέρες ο ελληνισμός ολόκληρος πενθεί το θάνατό του.

– Πώς είναι το όνομά του ; ρώτησε ο Μόσκοβος.

– Κόντε Σολωμός λέγεται. Φεύγοντας από το Παρίσι, έμαθα στην πρεσβεία μας, ότι παρέδωσε την ψυχή πενήντα εννέα μόλις ετών. Ήταν ποιητής μεγαλόπνοος, διανοούμενος με ευρύτατη μόρφωση, ακούραστος μελετητής, ανήσυχο μυαλό, ανήσυχη ψυχή, χτυπημένος από όλους τους ανέμους.

– Έγραψε σε όλα τα είδη;

– Θαρρώ, ποιήματα μόνον έγραψε. Και από αυτά δυστυχώς τα περισσότερα παραμένουν ανολοκλήρωτα, αποσπασματικά, ωσάν κομμάτια από υπέροχο μαρμάρινο μνημείο ασυμπλήρωτο.

– Μήπως μπορείτε να μου απαγγείλετε μερικούς στίχους του στα ελληνικά, θα ήθελα να ακούσω το ρυθμό τους, να ακούσω τη μουσική των λέξεων.

Ο κύριος με το μαύρο γενάκι εδίσταζε.

– Να προσπαθήσω, είπε, να θυμηθώ, για σταθείτε. Ξέρετε, ο κόντε Σολωμός θεωρείται από όλους τους Έλληνες εθνικός ποιητής, έχει γράψει και τον Εθνικό μας Ύμνο. Ύμνος εις την Ελευθερίαν είναι ο τίτλος του ύμνου μας. Θαρρώ, έχει μεταφρασθεί στα αγγλικά.

Βάλθηκε να απαγγέλνει με στόμφο ελληνικούς στίχους από τους Ελεύθερους Πολιορκημένους. Όλοι οι ταξιδιώτες γύρισαν και κοίταξαν με περιέργεια τον κύριο που ρητόρευε σε μια παράξενη γλώσσα.

– Αυτή ήταν η συμμετοχή του ποιητή στον Αγώνα για την Ελευθερία μας, είπε ο Έλληνας. Δεν επήρε ο ποιητής το όπλο στα χέρια. Αλλά στους στίχους του πέρασε ολόκληρη η ψυχή των Ελλήνων.

Πάσκισε να μεταφέρει πρόχειρα στα γαλλικά το νόημα των στίχων που απάγγελνε.

– Προδίδω το κείμενο, έλεγε σχεδόν σε κάθε φράση αποθαρρυμένος. Γιατί ο κάθε στίχος του Σολωμού είναι ένα γεμάτο νόημα, ένα νόημα γεμάτο συγκίνηση και σοφία με το τελειότερο λυρικό ένδυμα, η κάθε λέξη είναι σοφά διαλεγμένη, σοφά τοποθετημένη μέσα στη φράση. Σαν τον χρυσοχόο λεπτουργό, ο Σολωμός καθόταν και σκάλιζε τη φράση του, πάντοτε ανικανοποίητος από το επίτευγμά του. Ακούστε αυτόν τον στίχοι.

Αποστήθισε έτσι σκόρπιους στίχους από το έργο του Σολωμού, προσπαθώντας να μεταδώσει το νόημα, πρώτα με το παίξιμο της φωνής, με την έκφραση του προσώπου και με την κίνηση των χεριών, ύστερα μεταφέροντάς το σε άτεχνο γαλλικό πεζό λόγο.

Ο κόντε Τόλστοϊ είπε τότε :

– Λυπούμαι για όλα τα ωραία πράγματα, που θα μείνουν για πάντα ξένα για μένα. Και είναι τόσα, σε όλο τον κόσμο !

– Να ’ρθείτε στην Κέρκυρα, πρότεινε ο Έλληνας. Είναι ένα εξαίσιο νησί, ένα μεγάλο περιβόλι. Στην Κέρκυρα τώρα θα μπαίνει η άνοιξη.

– Δυστυχώς αποκλείεται, είπε ο Μόσκοβος. Με περιμένουν άχαρες δουλειές στη Ρωσία, Δοκίμασα να δώσω μια κάποια ελευθερία στους χωρικούς του κτήματός μου και γέννησα την έχθρα, φυσικά, των αρχόντων στα γειτονικά χωριά και γέννησα, το πιστεύετε ; την υποψία και την αντίδραση των χωρικών μου. Νεκρές ψυχές ! Νεκρές ψυχές ! Είπε σηκώνοντας τα χέρια ψηλά και τινάζοντάς τα με απόγνωση.

Εκείνη τη στιγμή, ένας λάκκος, στο λασπωμένο δρόμο, έκανε τη βαριά καρότσα να σκαμπανεβάσει σαν αληθινό καράβι. Οι επιβάτες πέσανε ο ένας απάνω στον άλλον και κάτι κορίτσια δεν μπόρεσαν να κρατήσουν τα γέλια τους.

– Σε δυο ώρες τελειώνουν τα βάσανά μας, είπε κάποιος.

_______________________________________

  • Πρώτη δημοσίευση: ΝΕΑ ΕΣΤΙΑ. Έτος ΛΑ΄, τόμος 61ος, τεύχος 714, 1 Απριλίου 1957

ΔΙΑΒΑΣΕ ΚΙ ΕΔΩ:

Θανάσης Πετσάλης-Διομήδης (1904-1995): γνωστός κυρίως για τα ιστορικά του μυθιστορήματα

Σχετικά Άρθρα

Αυτή η ιστοσελίδα χρησιμοποιεί cookies για να βελτιώσει την εμπειρία σας. Συνεχίζοντας την περιήγησή σας, δίνετε την συγκατάθεσή σας για την χρήση των cookies. Aποδοχή