Θεοφράστου Χαρακτήρες… (24)

Θεόφραστος (Τύρταμος ή Εύφραστος) ο Ερέσιος (372-287 π.Χ.)

by ΓΙΩΡΓΗΣ ΕΞΑΡΧΟΣ

24. [Υπερηφανίας[1]] Ψωροπερηφάνια – Ψωροπερήφανος

Των άλλων καταφρόνηση είναι η υπερηφάνεια[2]
όταν, τα πέρα απ’ τα «εγώ», τα έχεις στην αφάνεια.
Είναι ο υπερήφανος περίεργος στη φύση,
αν θέλει κάποιος βιαστικά σ΄αυτόν για να μιλήσει·
του λέει: «Έλα ύστερα, σαν τελειώσει ο δείπνος,
την ώρα του περίπατου[3], πριν να με πιάσει ο ύπνος!»
Θυμάται πάντοτε αυτός, καλά που έχει κάνει,
αλλά ξεχνάει τα καλά που του ’χουν κάνει άλλοι,
όταν στους δρόμους περπατά και υποθέσεις κρίνει,
σαν τόνε βάλαν διαιτητή[4], ώστε λύση να δίνει.
Εάν ποτέ επιλεγεί για μια δημόσια θέση[5],
αρνείται και δεν δέχεται, καιρό –λέει– δεν έχει.
Πάντοτε ακατάδεχτος, δεν πάει πρώτος σ’ άλλον.
Καλός να δίνει προσταγές, σ’ αυτόν να πάνε μάλλον,
την άλλη μέρα το πρωί, οι πουλητές κι οι εργάτες.
Δεν θέλει για να χαιρετά στον δρόμο τους διαβάτες,
και περπατά πότε σκυφτός και πότε κορδωμένος,
κι αρέσκεται σε τακτικές να ’ναι ταμπουρωμένος.
Καλεί σε δείπνα φίλους του, δεν κάθεται μαζί τους,
κι ένας δικός του άνθρωπος φροντίζει το κρασί τους.
Όταν σ’ άλλον επίσκεψη πρόκειται για να πάει,
μαντατοφόρο στέλνει πριν, πώς… όπου να ’ναι φτάνει!
Δεν δέχεται στο σπίτι του κανέναν μουσαφίρη,
σαν λούζεται κι αλείφεται, και όταν τρώει και πίνει[6].
Όταν μ’ άλλον λογαριασμούς πάει να τακτοποιήσει,
δίνει εντολή στον δούλο του να τα υπολογίσει[7],
τα όποια ποσά ως άθροισμα, που καθαρά τα θέλει,
να μπούνε ως κεφάλαιο στο σχετικό τεφτέρι.
Σ’ επιστολές, δεν γράφει αυτός: «Για κάν’τε μου τη χάρη»,
αλλά πολύ ξεκάθαρα: «Σ’ αυτόν που θα την πάρει,
άμεσα να επιδοθεί, και είναι η προσταγή μου,
να γίνουν όλα τάχιστα· τούτ’ είναι η εντολή μου[8].»

Απόδοση, μετάφραση, ερμηνεία: ΓΙΩΡΓΗΣ ΕΞΑΡΧΟΣ


[1] «Ἡ διαφορὰ ἀλαζόνος καὶ ὑπερηφάνου εἶναι ὅτι ὁ πρῶτος ἀγαπᾷ νὰ καυχᾶται διὰ μὴ ὑπάρχοντα εἰς αὐτὸν ἀγαθὰ, ἐνῷ ὁ δεύτερος αἰσθάνεται εὐχαρίστησιν νὰ καταφρονῇ τοὺς ἄλλους.» (Σημ. Ε. Δαυΐδ, 1940).

[2] «Άρίστωνας ο Κεϊος έγραψε πώς θεραπεύεται η υπερηφάνεια (περί του κουφίζειν τας υπερηφανίας).» (Σημ. Μ. Σιγούρου, 1939).

[3] «Οι Αθηναίοι εσυνήθιζαν να πηγαίνουν απόδειπνα περίπατο. Εκατηγορούσαν τον Κλείτο πως ήταν υπερήφανος επειδή δεν ήθελε να δεχτεί σε ακρόαση παρά μόνο την ώρα του περιπάτου.» (Σημ. Μ. Σιγούρου, 1939).

[4] «Ὁ ὑπερήφανος κρίνει ὡς διαιτητὴς τὴν ὑπόθεσιν εἰς τὸν δρόμον, ἐνῷ τοῦτο ἐγίνετο συνήθως ἐντὸς ναῶν.» (Σημ. Ε. Δαυΐδ, 1940).

[5] «Διὰ χειροτονίας, δηλ. ἀνατάσεως τῆς χειρός, ἐξελέγοντο οἱ ἄρχοντες ποὺ ἔπρεπε νὰ ἔχουν εἰδικότητα, ὡς οἱ στρατιωτικοὶ, οἱ οἰκονομικοὶ κ.λ. οἱ δὲ λοιποὶ διὰ κλήρου.» (Σημ. Ε. Δαυΐδ, 1940).

[6] «Αυτό σήμερα μας φαίνεται σωστό· και δεν δείχνει υπερηφάνεια. Οι αρχαίοι όμως εουνήθιζαν να εξακολουθοΰν τις κοινωνικές των υποχρεώσεις ακόμα και σε τέτοιες ώρες. Αλλά και στη νεό­τερη Αθήνα, εδώ και πολλά χρόνια, κάποιος πρωθυπουργός, καθώς άκουσα, δεχότανε τους Πολιτικούς φίλους του, το πρωί άμα ξυπνούσε, πριν ακόμη σηκω-θεί από το κρεβάτι.» (Σημ. Μ. Σιγούρου, 1939).

[7] «Οι μεγαλουσιάνοι Αθηναίοι είχαν δούλους ειδικούς για την υπηρεσίαν αυτή και τους έκραζαν διαψηφιατάς. Ο υπερήφανος θέλει να μιμη-θεί τους πλούσιους συμπολίτες του.» (Σημ. Μ. Σιγούρου, 1939).

[8] «Ο Υπερήφανος, αν κατά παραχώρησιν Θεού λάβη αξίαν τινά, τότε τυφλαίνεται και κουφαίνεται. – Κάποιος ακούσας, ότι ο φίλος του έλαβε μέγα αξίωμα, υπήγε προς αυτόν να τον συγχαρή. Ούτος προσποιούμενος, ότι δεν τον γνωρίζει, τον ερωτά, ποίος είναι; Προς τον οποίον εκεί-νος, καθώς ήτον αστείος και ετοιμόλογος, απεκρίθη: Σε συλλυπούμαι, φίλε! διότι ευθύς οπού έλαβες το αξίωμα, έχασες και την όρασιν και την ακοήν.» (Σημ. Γ. Ζαχαριάδου, 1845). – «Τὸ τέλος τοῦ χαρακτῆρος τούτου ἔχει μιμηθῆ καὶ ὁ Ἀρίστων εἰς τὴν περιγραφὴν τοῦ αὐθάδους “καὶ γράφων ἐπιστολὴν τὸ χαίρειν μὴ προσγράψας μηδ’ ἐρρῶσθαι τελευταῖον” (Philod. περὶ κακιῶν lib. X p. 9)» (Σημ. Ε. Δαυΐδ, 1940).

Σχετικά Άρθρα

Αυτή η ιστοσελίδα χρησιμοποιεί cookies για να βελτιώσει την εμπειρία σας. Συνεχίζοντας την περιήγησή σας, δίνετε την συγκατάθεσή σας για την χρήση των cookies. Aποδοχή