Θεοφράστου Χαρακτήρες… (28)

Θεόφραστος (Τύρταμος ή Εύφραστος) ο Ερέσιος (372-287 π.Χ.)

by ΓΙΩΡΓΗΣ ΕΞΑΡΧΟΣ

28. [Κακολογίας] Κακογλωσσιά – Κακόγλωσσος / Κακολόγος

Το να ’χει κλίση η ψυχή λόγια κακά να λέει,
αυτό είναι κακογλωσσιά[1]! -*[Που σαν καράβι πλέει!]*-
Είναι δε ο κακόγλωσσος[2], τέτοιος, που αν τον ρωτήσουν:
«Για λέγε μας, τι άνθρωπος είναι αυτός; – ο δείνα;»
Αμέσως τα χειλάκια του έτσι θα απαντήσουν:
«Σαν όσους γενεαλογούν[3] -*[εγώ θα απαντήσω:]*
κινώντας από το γένος του· γιος ήταν του Σωσία[4],
που στον στρατό Σωσίστρατος πήρε ονομασία·
και πιο μετά σαν γράφτηκε στου δήμου τα μητρώα,
Σωσίδημο[5] τον είπανε -*[έτσι απλά, κι αθώα!]*-»
Είχε μητέρα ευγενή, Θρακιώτισσα[6] σπουδαία,
τη λένε Κρινοκόρακα, ψυχούλα είν’ ωραία,
αλλά εις την πατρίδα της γυναίκες σαν και τούτη,
τις κράζουνε καλότυχες -*[γιατί ζούνε στα πλούτη.]*-
Ενώ, λοιπόν, κατάγεται από σπουδαίο σόι,
είναι ένας ελεεινός[7] -*[το παίζει καουμπόι]*-
Ακόμα είναι άξιος να πει σε κάποιον τούτα:
«Δεν με γελάς, τις ξέρω ’γώ· τέτοιες γυναίκες “φρούτα”,
που αρπάζουνε εν μέση οδώ[8] τον άντρα – τον διαβάτη»·
ή «Κοίτα μες στο σπίτι αυτό, εύκολ’ ανοίγουν σκέλια·
και δεν σου λέω ψέματα ή λόγια του αέρα·
σαν σκύλες σμίγουν σε οδούς *[στον παίζουνε φλογέρα]*».
Κι «Όλες τους άντρες κυνηγούν *[ή φανερά τα κάνουν]*»,
και «Στης αυλής τη ξώπορτα πηδιούνται – να προκάνουν».
Αν άλλοι κάποιον άλλονε κακολογούν, τους λέει:
«Εγώ τούτον τον άνθρωπο -*[πώς τα ’χω καταφέρει;]*-
πιότερο τόνε μίσησα, απ’ όλους όσους ξέρω·
σιχαμερός· τη μούρη του καν δεν την υποφέρω·
και το κακό που κουβαλά όμοιο δεν έχει ταίρι·
απόδειξη η γυναίκα του, που προίκα του ’χει φέρει·
τι κι αν του γέννησε παιδί; της δίνει τρεις παράδες
για έξοδα διατροφής· -*[και σαν τους “μασκαράδες”]*-
την αναγκάζει να λουστεί -*[στη μέση του χειμώνα]*-
με τα ψυχρότατα νερά, μέρα του Ποσειδώνα[9].»
Όταν ο συνομιλητής φύγει κι αποχωρήσει,
αμέσως ο κακόγλωσσος θα τον κακολογήσει.
Κι όταν αρχίσει να μιλά, δεν έχει δυσκολία
να πει για τη φαμίλια του κάθε κακολογία.
Τους φίλους του κακολογεί[10], τους συγγενείς του πιάνει
στο στόμα του, κι όλους αυτούς που έχουνε πεθάνει[11],
και ονομάζει αναίσχυντα αυτό ελευθερία,
αλλά και ειλικρίνεια, μα και δημοκρατία,
και τούτη τη διαγωγή την έχει επιλογή του·
παίρνοντας μέγιστη ηδονή έτσι εις τη ζωή του.
Η ακατάσχετη ροπή προς την κακογλωσσία,
κάνει τ΄ς ανθρώπους μανιακούς και χάνουν την ουσία,
τα ήθη καταστρέφοντας -*[με περισσή ευκολία.]*-

Απόδοση, μετάφραση, ερμηνεία: ΓΙΩΡΓΗΣ ΕΞΑΡΧΟΣ


[1] «Ο Διογένης Λαέρτιος αναφέρει ότι ο Θεόφραστος είχε γρά­ψει και “περί Συκοφαντίας και Εγκωμίου”.» (Σημ. Μ. Σιγούρου, 1939).

[2] « Κακολόγος εἶναι, ὡς φαίνεται ἐκ τῶν παραδειγμάτων, ὁ εὑρίσκων πάντοτε εὐχαρίστησιν εἰς τὸ νὰ κακολογῇ τοὺς ἄλλους (κακόγλωσσος, πικρόγλωσσος).» (Σημ. Ε. Δαυΐδ, 1940).

[3] «Γενεαλογοῦντες εἶναι 1) οἱ ποιηταὶ τῆς σχολῆς τοῦ Ἡσιόδου οἱ γράψα-ντες θεογονίαν καὶ καταλόγους, 2) οἱ ἀρχαῖοι λογογράφοι (Ἑκαταῖος, Ἀκουσίλαος, Φερεκύδης), 3) οἱ ποιηταὶ ἐγκωμίων (ὡς Σιμωνίδης, Πίνδαρος καὶ ἄλλοι).» (Σημ. Ε. Δαυΐδ, 1940).

[4] «Σωσίας ήτον όνομα δουλικόν παρά τοις Αθηναίοις. Όσοι δε ήθελαν να φαίνωνται ελεύθεροι, άλλαξαν αυτό το όνομα, διά να αποκτήσωσι το όνομα και δικαίωμα του πολίτου.» (Σημ. Γ. Ζαχαριάδου, 1845). – «Σωσία έλεγαν τον αιχμάλωτο πολέμου που τον έσωζαν από το θάνατο για να τον κρατήσουν δούλο. Το όνομα ήταν συνηθέστερο για τους δούλους της Θράκης.» (Σημ. Μ. Σιγούρου, 1939). – «Σωσίας ἦτο ὄνομα δούλων σύνηθες εἰς τὴν κωμῳδίαν· ὁ ἀναφερόμενος ἐδῶ φαίνεται ὅτι ἦτο ἀπελεύθερος, διότι μετωνομάσθη Σωσίστρατος καὶ ἔπειτα Σωσίδημος, τὸ ὁποῖον δηλοῖ τὴν κοινωνικήν του προαγωγήν. Οἱ ἀπελεύθεροι μετέβαλλον τὸ ὄνομά των, διὰ νὰ ἐξαλείψουν πᾶν ἴχνος τῆς προηγουμένης δουλικῆς των καταστάσεως.» (Σημ. Ε. Δαυΐδ, 1940).

[5] «Υπονοεί πως τον απελευθέρωσαν ένεκα στρατιωτικής υπηρεσίας, γιατί στην Αθήνα ένα από τα μέσα για ν’ άπελευθερωθούν οι δούλοι ήταν και να υπερααπιστούν την πατρίδα. Οι δούλοι ύστερ’ από την απελευθέρωσή των άλλαζαν προσωπική κατάσταση και όνομα.» (Σημ. Μ. Σιγούρου, 1939).

[6] «Ειρωνικώς, επειδή αι Θράκισσαι ήσαν ασελγείς.» (Σημ. Γ. Ζαχαριάδου, 1845). – «Οι κοινότερες πόρνες ήσαν συνήθως από τη Θράκη, όπου τις πουλούσαν οι συγγενείς των στους Έλληνες εμπόρους. Γενική γνώ-μη ήταν πως στη Θράκη άντρες και γυναίκες είχαν κακά ήθη.» (Σημ. Μ. Σιγούρου, 1939).

[7] «Τὸ ἐπίθετον μαστιγίας ἀπαντᾷ συχνὰ εἰς τοὺς κωμικοὺς ποιητὰς καὶ δηλοῖ φαῦλον δοῦλον καὶ διὰ τοῦτο διαρκῶς μαστιγούμενον. Τὴν μητέρα του ὀνομάζει ὁ κακολόγος εὐγενῆ εἰρωνικῶς, διότι αἱ γυναῖκες ἀπὸ τῆν Θρᾴκην δὲν εἶχον ὑπόληψιν εἰς τὰς Ἀθήνας· ἦσαν ὑπηρέτριαι, τροφοὶ καὶ πολλάκις ἑταῖραι· τὴν εἰρωνείαν δὲ ἐπαυξάνει, ὡς δεῖγμα εὐγενείας, καὶ τὸ βαρβαρικὸν ὄνομα Κρινοκοράκα.» (Σημ. Ε. Δαυΐδ, 1940).

[8] «Επειδή αυταί εκρατούσαν πανδοχεία και καπηλεία εις τους δρόμους, και έσυρναν τους νέους εις απώλειαν.» (Σημ. Γ. Ζαχαριάδου, 1845). – «Αἱ γυναῖκες αἱ ὁποῖαι ἀπρεπῶς ἐφέροντο εἰς τὸν δρόμον κατεδικάζοντο διὰ νόμου εἰς 1000 δραχμῶν πρόστιμον.» (Σημ. Ε. Δαυΐδ, 1940).

[9] «Δηλαδή μεσοχείμωνα, το Γενάρη που ετελούσαν τη γιορτή του ΙΙοσειδώνα. Εννοεί πως μεταχειρίζονταν τη γυναίκα του σαν δούλα, γιατί οι δούλες επλύνονταν με κρύο νερό.» (Σημ. Μ. Σιγούρου, 1939). – «Τὴν ὀγδόην ἡμέραν τοῦ μηνὸς Ποσιδεῶνος (Δεκ.-Ἰανουάριος), ὅτε ἦτο συνή-θεια νὰ λαμβάνουν ὅλοι θερμὰ λουτρά.» (Σημ. Ε. Δαυΐδ, 1940).

[10] «Ο κακολόγος δεν φείδεται ούτε τους ιδίους του φίλους, αλλά και αυτούς ομοίως τους κατακρίνει, και τους κακολογεί τα εξ αμάξης, κατά την Παροιμίαν. Δεν βλέπει το δοκάρι εις το ομμάτι του, αλλά κυτάζει το κάρφος εις εκείνο του αδελφού του (Ματθ. Κεφ. ζ’, στ. 3), ούτε θέλει να
διορθώση τον εαυτόν του, αλλά κάμνει κατά την κοινήν Παροιμίαν. Κάθητ’ η πομπή ’ς τον φόρον, και γελά τον κόσμον όλον.» (Σημ. Γ. Ζα-χαριάδου, 1845).

[11] «Ο κακολόγος κακολογεί και αυτούς τους αποθαμμένους, το οποίον ου μόνον είναι κακόηθες, αλλά και βλάσφημον· διότι ήτον απηγο-ρευμένον υπό του Σόλωνος με νόμον να μη κακoλoγή τις τον αποθαμ-μένον. Όθεν το γνωμικόν Παράγγελμα· Μην είπής ποτέ κακόν διά τους αποθαμμένους. Πας τις λοιπόν ας αποφεύγη τους κακολόγους, ωσάν τα λυσσασμένα σκυλία, μάλλον δε ωσαν την πανώλην “Βδέλυγμα ανθρώποις ανήρ λοιμός.” Παροιμ, Κεφ. κδ’, στ. 9.» (Σημ. Γ. Ζαχαριάδου, 1845). – «Ο Σόλωνας είχεν εμποδίσει με νόμο να κακολογούν τους νεκρούς, ακόμη και όταν τα τέκνα των επρόσβαλλαν κανένα.» (Σημ. Μ. Σιγούρου, 1939). – «Κατὰ τὸν Πλούταρχον (Σολ. 21) διὰ νόμου τοῦ Σόλωνος ἀπηγορεύετο νὰ κακολογῇ κανεὶς τοὺς ἀποθανόντας.» (Σημ. Ε. Δαυΐδ, 1940).

Σχετικά Άρθρα

Αυτή η ιστοσελίδα χρησιμοποιεί cookies για να βελτιώσει την εμπειρία σας. Συνεχίζοντας την περιήγησή σας, δίνετε την συγκατάθεσή σας για την χρήση των cookies. Aποδοχή