Θεοφράστου Χαρακτήρες… (30)

Θεόφραστος (Τύρταμος ή Εύφραστος) ο Ερέσιος (372-287 π.Χ.)

by ΓΙΩΡΓΗΣ ΕΞΑΡΧΟΣ

30. [Αισχροκερδείας] Αισχροκέρδεια – Αισχροκερδής

Λέγεται αισχροκέρδεια[1] εκείνη η επιθυμία
για κέρδη αισχρά – παράνομα· είναι δε πάντα τέτοιος,
όποιος είναι αισχροκερδής, ώστε κι όταν προσφέρει
γεύμα ή δείπνο σ’ άλλονε, ψωμί αρκετό δεν βάζει.
Αν ξένο αυτός φιλοξενεί, δάνεια του ζητάει.
Όταν σε καλεσμένους του το φαγητό μοιράζει,
λέει πως είναι το σωστό, τη μοιρασιά όποιος κάνει,
μερίδα να παίρνει διπλή[2], γι’ αυτόν δυο πιάτα βάνει!
Όταν σε φίλους του κρασί με χρήμα τούς πουλάει,
τ’ ανακατεύει με νερό και το… μοσχοπουλάει.
Με τα παιδιά στο θέατρο πάει, για να ξεδώσουν,
μόνο αν στην παράσταση είσοδο δεν πληρώσουν.
Αν πάει στο εξωτερικό, σ’ «αποστολή» με άλλους,
για πράγματα της πόλεως, το χρήμα που του δώσαν,
για να καλύψει τα έξοδα, τ’ αφήνει αυτός στο σπίτι,
κι αδιάντροπα δανείζεται χρήματα απ’ τους άλλους.
Στον δούλο που τον ακλουθεί, παμμέγιστο φορτίο
του δίνει για την πλάτη του, που δύσκολα κρατάει[3],
και –μ’ άλλους δε συγκριτικά– λίγο του δίν’ να φάει!
Ζητά από την «αποστολή» το όποιο μερτικό του
στα δώρα οπού πήρανε ωσάν απεσταλμένοι[4],
και το πουλάει ύστερα, κι ως χρήματα το παίρνει.
Όταν πλένεται στο λουτρό και ν’ αλειφτεί φροντίζει,
λέει στον υπηρέτη του: «παλιόλαδο μου πήρες,
παιδάκι μου απρόσεκτο»· και με λάδι των άλλων
αλείφεται ξεδιάντροπα. Αν δε οι υπηρέτες
νομίσματα βρουν καθ’ οδόν, αυτός θα απαιτήσει
μερίδιο από το εύρημα· «κοινό ο Ερμής το δίνει».
Όταν δώσει τα ρούχα του, ώστε για να τα πλύνουν,
δανείζεται από φίλο του τότε τη φορεσιά του,
και την κρατάει σπίτι του έως του τη ζητήσουν.
Κάνει πολλά παρόμοια: σφιχτόχερα μοιράζει
τρόφιμα, με «φειδώνιο μέτρο», που στον πυθμένα
είναι στενό – στενότατο[5], κι ούτε καν το γεμίζει.
Κάνει από φίλους αγορές και σε τιμές «ξεφτίλα»,
μετά πουλά ακριβότερα τα κέρδη του ν’ αυξήσει.
Στο χρέος των τριάντα μνων, σαν πάει να το ξοφλήσει,
κάνει μια παρακράτηση ύψους δραχμών τεσσάρων.
Αν αρρωστήσουν τα παιδιά και δεν πάν’ στο σχολείο,
απ’ τον μισθό τού δάσκαλου ποσό θα αφαιρέσει,
ανάλογο, και πρόσθετα, τον Ανθεστηριώνα[6],
με τα πολλά θεάματα[7], που τότε δεν τα στέλνει
εις το σχολειό τα τέκνα του και στα μαθήματά τους,
για να γλιτώσει τα λεφτά – μισθό να μην πληρώσει.
Όταν ο υπηρέτης του με χάλκινα[8] πληρώνει
νομισματα τα χρεωστικά, αυτός τότε ζητάει
να πάρει νομισματική διαφορά[9] κι αξία.
Λογαριασμούς παρόμοιους κάνει κι όταν νοικιάζει
σε άλλον τα χωράφια του -*[κι έτσι το χρήμα βγάζει.]*-
Σε συντοπίτες – συγγενείς[10], όταν προσφέρει δείπνο,
και για τους υπηρέτες του αυτός μερίδες βγάζει·
απ’ τα τραπέζια ύστερα, όσα απομεινάρια
και ραπανάκια έμειναν όλα τα καταγράφει,
να μη μπορούν οι δούλοι του μετά για να τα φάνε.
Με φίλους συνταξιδευτές όταν πηγαίνει κάπου,
απασχολεί τους δούλους τους και όχι τον δικό του,
που τον νοικιάζει[11] σ’ άλλονε και παίρνει τον μισθό του,
και στον κοινό λογαριασμό αυτός δεν τόνε βάζει.
Όταν κοινά συμπόσια[12] στο σπίτι διοργανώνει,
όσα χρήσιμα έθεσε για το κοινό τραπέζι,
τα λογαριάζει ύστερα, λεφτά να τους ζητήσει:
ξύλα, φακές, λαδόξυδα, αλάτια, λάδια λύχνου[13].
Αν φίλος πάει να νυμφευτεί, σύζυγο για να πάρει,
ή πάει τη θυγατέρα του με κάποιον να παντρέψει,
αυτός από το σπίτι του –λίγο πριν απ’ τον γάμο–
θα φύγει σε ταξίδι του, ώστ’ έτσι να μη στείλει
γαμήλιο δώρο[14]· αν κι αυτός, δανείζεται απ’ τους φίλους
πράγματα κι αντικείμενα[15] που ουδέποτε κανένας
δεν του ζητά επιστροφή· μα κι αν τα επιστρέψει,
αυτοί δεν καταδέχονται πίσω να του τα πάρουν.

Απόδοση, μετάφραση, ερμηνεία: ΓΙΩΡΓΗΣ ΕΞΑΡΧΟΣ


[1] « Κατὰ τὸν Ἀριστοτέλη ἡ αἰσχροκέρδεια εἶναι εἶδος ἀνελευθερίας καὶ φιλαργυρίας καὶ σχετίζεται μὲ τὴν ἀναισχυντίαν, τῆς ὁποίας τὸν ὁρι-σμὸν ἴδε (9). Ὁ αἰσχροκερδὴς καὶ ὁ ἀναίσχυντος εἶναι καὶ οἱ δύο πλεονέ-κται, ὅταν πρόκειται περὶ κέρδους.» (Σημ. Ε. Δαυΐδ, 1940).

[2] «Δὲν φαίνεται εἰς ποίαν περίπτωσιν καὶ διατὶ γίνεται ἡ διανομή.» (Σημ. Ε. Δαυΐδ, 1940).

[3] «Κατὰ τὰ ταξίδιά των οἱ ἀρχαῖοι ἔφεραν καὶ στρώματα καὶ ἄλλας ἀποσκευάς, διὰ τοῦτο εἶχαν μαζί των δούλους διὰ νὰ τὰ σηκώνουν.» (Σημ. Ε. Δαυΐδ, 1940).

[4] «Τα δώρα αυτά εκαλούντο ξένια, και τ’ αναφέρει ο Όμηρος στην Ιλιάδα (Λ 779): Ξείνιά τ’ ευ παρέθηκεν, α τε ξείνοις θέμις εστίν. [και με όλα τα καλά μας φίλεψε που συνηθούν στους ξένους]» (Σημ. Μ. Σιγούρου, 1939). – «Ἡ ἀποζημίωσις τὴν ὁποίαν ἔδιδαν οἱ A)θηναῖοι εἰς τοὺς ἀπε-σταλμένους των ἦτο 1 1/2 δρχ. ἡμερησίως· ἀλλ’ ἐκτὸς τούτου ἐλάμβανον οὗτοι ἀπὸ τὰ ξένα κράτη, ὅπου ἐστέλλοντο, καὶ τρόφιμα ὡς δῶρα, τὰ ὁποῖα ἐλέγοντο ξένια καὶ ὑπερέβαιναν συνήθως τὰς ἀνάγκας των· ἀπὸ τὰ δῶρα αὐτὰ ζητεῖ ὁ αἰσχροκερδὴς τὸ μερίδιόν του διὰ νὰ τὸ πωλήσῃ.» (Σημ. Ε. Δαυΐδ, 1940).

[5] «Ο Θεόφραστος το ονομάζει “Φειδώνειον μέτρον”. Ο Ηρόδο­τος λέγει ότι ο τύραννος του Άργους Φείδωνας εκανόνισε πρώτος το μετρικό σύστημα της Πελοποννήσου. Το μέτρο του Φείδωνα ήταν μικρότερο από το αττικό, και για τούτο ο Αριστοφάνης στις Νεφέ­λες μεταχειρίζεται το όνομα “Φείδων” για συνώνυμο του φιλάργυρου.» (Σημ. Μ. Σιγούρου, 1939). – «Φειδώνειον μέτρον ὠνομάσθη ἀπὸ τὸν βασιλέα τοῦ Ἄργους Φείδωνα, ὁ ὁποῖος πρῶτος λέγεται ὅτι εἰσήγαγε τὴν χρῆσιν τοῦ νομί-σματος. Τὸ μέτρον τοῦτο (ἀλεύρου ἢ ὀσπρίων) ἦτο μικρότερον τοῦ μέτρου τοῦ Σόλωνος, εἶχε δὲ καὶ καμπυλότητα εἰς τὸν πυθμένα πρὸς τὰ ἐντός, διὰ τοῦτο μετεχειρίζετο αὐτὸ ὁ αἰσχροκερδὴς ἀφαιρῶν μάλιστα τὸ ὑπε-ρέχον τοῦ περιεχομένου του μὲ τὴν ἀπομάκτραν (ῥίγλαν), ὥστε νὰ κερδί-ζῃ ὅσον τὸ δυνατὸν περισσότερον ἀπὸ τὰ τρόφιμα ποὺ ἔδιδε εἰς τοὺς δούλους του.» (Σημ. Ε. Δαυΐδ, 1940).

[6] «Ο “Άνθεστηριών” είναι ο τέταρτος μήνας του αττικοΰ έτους και αντιστοιχεί με το τέλος Φεβρουάριου και την αρχή Μαρτίου. Αυτό το μήνα επανηγύριζαν τη γιορτή των Ανθεστηρίων για τιμή του Διόνυσου.» (Σημ. Μ. Σιγούρου, 1939). – «Ἀνθεστηριὼν ὠνομάσθη ὁ ὄγδοος μὴν τοῦ ἔτους (15 Φεβρ.-15 Μαρτ.) διὰ τὴν τελουμένην τότε ἑορτὴν τῶν ἀνθέων (τὰ Ἀνθεστήριἀ· ἀλλ’ ἐκτὸς αὐτῆς ἐτελοῦντο κατ’ αὐτὸν καὶ τὰ Μικρὰ Μυστήρια καὶ τὰ Διάσια καὶ ἐμποροπανήγυρις, ὥστε ὁλόκληρος σχεδὸν ὁ μὴν ἦτο ἀφιερωμένος εἰς ἑορτάς.» (Σημ. Ε. Δαυΐδ, 1940).

[7] «Επειδή τότε εώρταζαν οι Έλληνες τα Διονύσια, και ανοίγοντο τα θέατρα εις τα οποία έτρεχαν όλοι, διά να ιδούν τους Ποιητάς, οίτινες ηγωνίζοντο προς αλλήλους, ποίος ήθελε λάβει το βραβείον της νίκης, συγγράφοντες τινά άσματα, διά να προξενήσουν γέλωτα, και αυτοί οι ίδιοι να γελασθώσι, το οποίον ο Δημοσθένης είπεν, εξ αμάξης· διότι επί αμαξών καθήμενοι έλεγαν και ετραγωδούσαν τα ποιήματα. Όθεν και Παροιμία· Τα εξ αμάξης λαλεί.» (Σημ. Γ. Ζαχαριάδου, 1845).

[8] «Όσοι Αθηναίοι είχον αποχτήσει πολλούς δούλους, τους εμίσθωναν σε άλλους για τις υπηρεσίες του σπιτιού ή για χειροτεχνική εργασία κι είχαν τότε το δικαίωμα να πέρνουν από τα κέρδη τους ανάλογο χρη-ματικό ποσόν καλούμενον “αποφορά”.» (Σημ. Μ. Σιγούρου, 1939). – «Χαλκοῦς ἦτο μικρὸν χάλκινον νόμισμα 1/8 τοῦ ὀβολοῦ.» (Σημ. Ε. Δαυΐδ, 1940).

[9] «Οι Αθηναίοι πολλούς έχοντες δούλους ήτοι σκλάβους, έμίσθωναν τινάς εξ αυτών εις διάφορα έργα, οι οποίοι ήσαν υπόχρεοι να δίδουν εις τους Αυθέντας των μίαν διατεταγμένην ποσότητα χρημάτων την ημέ-ραν από τον μισθόν των έργων των. Όθεν ο αισχροκερδής λαμβάνων παρά του δούλου ταύτην την αποφοράν (το δόσιμον), απαιτεί την αλλα-γήν του χαλκού, δηλονότι να τω δώση άλλα άσπρα οπού έχουν μπάσσι.» (Σημ. Γ. Ζαχαριάδου, 1845)

[10] «Oἱ Ἀθηναῖοι πρὸ τοῦ Κλεισθένους ἦσαν χωρισμένοι εἰς 4 φυλάς, ἑκά-στη δὲ φυλὴ εἰς τρεῖς φράτρας καὶ ἑκάστη φράτρα περιελάμβανε 30 γένη· ὥστε ὑπῆρχον 4 φυλαί, 12 φράτραι καὶ 360 γένη. Οἱ ἀνήκοντες εἰς τὴν αὐ-τὴν φράτραν ἐλέγοντο φράτορες καὶ συνεδέοντο μὲ συγγενικοὺς δεσμοὺς καὶ θρησκευτικὰ ἔθιμα. Ὅταν κατέγραφον τὰ τέκνα των εἰς τὴν φράτραν ἔδιδαν ἑστίασιν πολλάκις δὲ συνεκρότουν καὶ κοινὰ δεῖπνα μὲ ἑράνους· περὶ τοιούτου δείπνου φαίνεται ὅτι πρόκειται καὶ ἐδῶ.» (Σημ. Ε. Δαυΐδ, 1940).

[11] «Οἱ δοῦλοι εἰργάζοντο πολλάκις καὶ εἰς ξένην ὑπηρεσίαν, ἀλλ’ ἐκ τοῦ μισθοῦ ποὺ ἐλάμβανον τότε ἔπρεπε νὰ δώσουν μερίδιον καὶ εἰς τοὺς κυρί-ους των· τοῦτο ἐλέγετο ἀποφορά. Ὁ αἰσχροκερδὴς ὄχι μόνον τὴν ἀποφο-ρὰν ἐλάμβανεν ἀπὸ τὸν δοῦλόν του, ἀλλ’ ἐζήτει καὶ τὴν καταλλαγήν, δηλ. τὴν νομισματικὴν διαφοράν, ἂν ἡ ἀποφορὰ ἦτο εἰς χάλκινα νομίσματα.» (Σημ. Ε. Δαυΐδ, 1940).

[12] «Ὁ αἰσχροκερδής, εἰς τοῦ ὁποίου τὸ σπίτι γίνεται τὸ γεῦμα μὲ συνει-σφοράς, καταγράφει καὶ μερικὰ ἐλαχίστης ἀξίας πράγματα ποὺ προσφέ-ρει, διὰ νὰ πληρωθῆ.» (Σημ. Ε. Δαυΐδ, 1940).

[13] «Τουτέστι ζητεί να προσθέσουν οι σύμπoται ταύτα εις τον λογαρια-σμόν, διά να μη πληρώση ο αισχροκερδής τίποτε.» (Γ. Ζαχαριάδου,1845).

[14] «Το κοινώς λεγόμενον κανίσκιον.» (Σημ. Γ. Ζαχαριάδου, 1845).

[15] «Τὰ ἀσήμαντα καὶ μικρὰ ταῦτα πράγματα ποὺ οἱ γείτσνες δανείζονται μεταξύ των καὶ τῶν ὁποίων ἡ ἐπιστροφὴ ἢ μὴ ἐπιστροφὴ δὲν λαμβάνεται ὑπ’ ὅψιν εἶναι· ἅλας, φυτίλι τοῦ λύχνου, κύμινον, ὀρίγανον κλπ.» (Σημ. Ε. Δαυΐδ, 1940).

Σχετικά Άρθρα

Αυτή η ιστοσελίδα χρησιμοποιεί cookies για να βελτιώσει την εμπειρία σας. Συνεχίζοντας την περιήγησή σας, δίνετε την συγκατάθεσή σας για την χρήση των cookies. Aποδοχή