Το λένε Άγια Κυριακή εκείνο το ξωκλήσι…

Η Αγία Κυριακή που στο παρελθόν αποτελούσε ιδιοκτησία της οικογένειας Σκλέπα, βρίσκεται μεταξύ της Κεντρικής Αγοράς Αθηνών (Βαρβάκειος Αγορά) και της Πλατείας Μοναστηρακίου. Παλιότερα λέγεται ότι στο σημείο αυτό υπήρχε Βρύση ενώ ο περικαλλής ναΐσκος αποτελούσε κοιμητηριακό ναό νεκροταφείου που υπήρχε εκεί.

by Times Newsroom
  • Ιωάννης Μ. Μιχαλακόπουλος

«Μια καμπανίτσα αίφνης γλυκά – γλυκά αντηχεί παρακάτω, όπου ένα μικρό μαγκαλάκι επάνω εις το πεζοδρόμιον σκορπίζει με χαράν την φλόγα του μέσα εις την σκοτίαν. Είνε η Αγία Κυριακή, όπου την πέμπτην ακριβώς ώραν αρχίζει την καθημερινήν λειτουργίαν της τώρα το Σαρανταήμερον, συμπληρούσα ευλαβώς το κατανυκτικόν της Σαρανταλείτουργον.

Οι ψαράδες ένας – ένας τυλιγμένοι εις της γούναις των εισέρχονται ν’ ανάψουν κεράκια και να προσκυνήσουν ζητούντες την βοήθειαν της Αγίας δια την εργασίαν των…».

Με αυτή την τρυφερή εισαγωγική αφήγηση και… «Με του Βορηά τα Κύματα», ο Αλέξανδρος Μωραϊτίδης μάς μεταφέρει στο κατώφλι του προηγούμενου αιώνα, λίγο πριν την κατά σάρκα Γέννηση του Θεανθρώπου, μεσούσης της περιόδου του Σαρανταλείτουργου. Το εωθινό σκηνικό εκτυλίσσεται στην Αγία Κυριακή της οδού Αθηνάς και συμπληρώνεται από μερικούς ψαράδες που εργάζονται στα γειτονικά ιχθυοπωλεία. Τα κάρβουνα από το μικρό μαγκάλι ζεσταίνουν τα σώματα και τις καρδιές των ανθρώπων… Όρθρου βαθέος!

Η Αγία Κυριακή που στο παρελθόν αποτελούσε ιδιοκτησία της οικογένειας Σκλέπα, βρίσκεται μεταξύ της Κεντρικής Αγοράς Αθηνών (Βαρβάκειος Αγορά) και της Πλατείας Μοναστηρακίου. Παλιότερα λέγεται ότι στο σημείο αυτό υπήρχε Βρύση ενώ ο περικαλλής ναΐσκος αποτελούσε κοιμητηριακό ναό νεκροταφείου που υπήρχε εκεί. Σήμερα στην εποχή των υψηλών ταχυτήτων και των φυγόκεντρων δυνάμεων, το εν λόγω ξωκλήσι με τη μινιμαλιστική ομορφιά του, δείχνει να αντιστέκεται σθεναρά, πλέοντας ανάμεσα σε τεράστια και δύσμορφα τείχη οπλισμένου σκυροδέματος, που το έχουν περιβάλει «χωρίς περίσκεψιν, χωρίς λύπην, χωρίς αιδώ…».

Από ναοδομική άποψη, πρόκειται για μια μονόκλιτη καμαροσκέπαστη Βασιλική, διαστάσεων 11m Χ 3,50m, με ένα χαμηλό τυφλό τόξο σε κάθε μεγάλη πλευρά και μικρό μονόλοβο καμπαναριό.  Το γεγονός ότι η οροφή – καμάρα του ναϊδρίου είναι ημικυλινδρικής μορφής χωρίς όμως να φέρει τεταρτοσφαίρια στις απολήξεις της, οδηγεί τον Αναστάσιο Ορλάνδο στο συμπέρασμα ότι η Αγία Κυριακή κτίστηκε κατά την τουρκοκρατία και όχι νωρίτερα. Η διαφορά του μεγέθους και της κατατομής των λίθων που χρησιμοποιήθηκαν στην τοιχοποιία της, δύναται να υποδηλώνει προέλευση του βασικού δομικού υλικού από διάφορα άλλα παλαιότερα μνημεία της ευρύτερης περιοχής. Τονίζεται ότι η εικονογράφηση στο εσωτερικό του ναού, από άγνωστο έμπειρο καλλιτέχνη, έλαβε χώρα σε νεότερη εποχή και παρουσιάζει ιδιαίτερο ενδιαφέρον. Αναλυτικότερα, στη νότια πλευρά υπάρχουν δώδεκα τοιχογραφίες που είναι εμπνευσμένες από το Σύμβολο της Πίστεως («Πιστεύω…») και οκτώ από την Κυριακή Προσευχή («Πάτερ ημών…»), ενώ στη βόρεια πλευρά βρίσκονται αυτές που σχετίζονται με τους εικοσιτέσσερις Οίκους του Ακαθίστου Ύμνου. Μια τοιχογραφία που αναφέρεται στη Μέλλουσα Κρίση πιθανόν να συνηγορεί υπέρ της άποψης περί της ύπαρξης νεκροταφείου στη γύρω περιοχή.

Κλείνοντας, ας αφεθούμε και πάλι στη γοητεία της γραφίδας του Σκιαθίτη λογοτέχνη, ο οποίος ψυχογραφώντας την τότε εποχή, θα μας οδηγήσει μυσταγωγικά σε ένα Σαρανταλείτουργο. Αν δεν το έχουμε καταλάβει, μαζί μας βρίσκονται ήδη ο σεβαστός λευίτης Παπαγιώργης, ο εύτακτος κανδηλανάπτης, η «ωχρόλευκος γραύς» από τη Λέσβο καθώς και άλλες ευλαβικές γυναίκες προερχόμενες από τις πλέον απομακρυσμένες συνοικίες…

«Ας έμβω να συλλειτουργήσω τον σεβαστόν μου Παπά Γεώργην, αν και είμαι κουρασμένος. Ας έμβω. Η λειτουργία του αγαθού Παπαγιώργη είνε πολύ ξεκουραστική. Ιδού είνε έτοιμος, τελειώνει μια χαρά την Προσκομιδήν. Ιδού διαβάζει με την ηχηράν φωνήν του τα τελευταία ψυχοχάρτια. Μετ’ ολίγον θα κάμη έναρξιν της λειτουργίας. Ο κανδηλανάπτης όλο και συγυρίζει τον εύμορφον ναΐσκον ξεσκονίζων, τακτοποιών και ψάλλων συνάμα. Καταφθάνουν τώρα και αι Μυροφόροι, γερόντισσαι τινές και καλογραίαι, το τακτικόν εκκλησίασμα του αγαθού Παπαγιώργη, κομίζουσι τα δώρα των, προσφοράς, θυμίαμα και κηρία. Δεν λείπει η ωχρόλευκος γερόντισσα Σταυρούλα η Μυτιληνιά, όπου κομίζει δύο προσφοράς πάντοτε, κατά την αρχαίαν παράδοσιν, και καθαρά κηρία, φέρουσα και εις την τσέπην του ράσσου της δέσμην αγριολαχάνων να λειτουργηθώσι, με τα οποία θα τελειώσι το γεύμα της νηστεύουσα πάντοτε και εγκρατεινομένη ως η προφήτις Άννα της Γραφής, μολονότι υπηρετούσα ως μαγείρισσα εις ένα αρχοντικόν σπίτι μαγειρεύει τα πλέον ωραιότερα όψα και τα πλέον εύγευστα γλυκίσματα χωρίς να τα εγγίζη αυτά διόλου, αλλά αρκουμένη εις τα ευλογημένα ραδικάκια της και κάμνουσα ελεημοσύνην εις γνωστούς της πτωχούς το μερίδιον του πλουσίου της μαγειρεύματος…

Έρχονται ακόμη και άλλαι ευλαβητικαί γυναίκες από τας πλέον μακρυνάς συνοικίας πολύ ευχαριστούμεναι με τας κατανυκτικάς λειτουργίας του καλού αυτού λευίτου, ιδίως με  την ακρίβειάν του εν τη ιερά Ακολουθία όπου δεν παραλείπει τίποτε, και με την συντομίαν του, όπου προφθάνουν μετά την Λειτουργίαν να κάμουν και όλαις της δουλειαίς του σπιτιού των. Διότι τόσον πρωινός είνε ο σεβαστός μοι ούτος εφημέριος, ώστε όταν αυτός λέγει το δι’ ευχών, τότε ακούονται οι κώδωνες των άλλων ναών…». (Αλέξανδρος Μωραϊτίδης, «Με του Βορηά τα κύματα», τ.  6)

  • ΠΗΓΗ: «Δώδεκα Εκκλησάκια των Αθηνών», εκδόσεις Λογότυπο, 2021

Σχετικά Άρθρα

Αυτή η ιστοσελίδα χρησιμοποιεί cookies για να βελτιώσει την εμπειρία σας. Συνεχίζοντας την περιήγησή σας, δίνετε την συγκατάθεσή σας για την χρήση των cookies. Aποδοχή