- Γράφει η Αργυρώ Καρακώστα
Υπάρχει μια αρχαία ρήση που οι περισσότεροι από εμάς έχουμε συνδέσει με ιστορικές μάχες, εθνικές επετείους ή σχολικά βιβλία: “Η ισχύς εν τη ενώσει”. Κι όμως, η φράση αυτή δεν αφορά μόνο το ένδοξο παρελθόν, ούτε εξαντλείται σε μεγάλα γεωπολιτικά γεγονότα. Αποτελεί έναν ζωντανό, καθημερινό, σχεδόν φυσικό νόμο που καθορίζει τη μοίρα και την εξέλιξη κάθε οργανωμένης κοινωνίας,από το πιο μικρό χωριό της επαρχίας μέχρι τη μεγαλύτερη σύγχρονη πόλη.
Σήμερα, σε έναν κόσμο που μεταβάλλεται με ιλιγγιώδεις ρυθμούς και αντιμετωπίζει αλλεπάλληλες κρίσεις, η ικανότητα μιας κοινωνίας να συνεργάζεται δεν είναι απλώς μια ευγενής ιδέα ή μια ρομαντική θεωρία. Είναι ζήτημα καθαρής επιβίωσης και οικονομικής βιωσιμότητας. Τι συμβαίνει, λοιπόν, όταν μια κοινωνία επιλέγει συνειδητά τον δρόμο της συλλογικότητας και τι ρισκάρει όταν βυθίζεται στην εσωστρέφεια και τον κατακερματισμό;
Η Δύναμη της Κοινότητας: Πώς η Ένωση Παράγει Χειροπιαστό Έργο
Όταν οι άνθρωποι ενός τόπου, οι επαγγελματίες και οι φορείς αποφασίζουν να παραμερίσουν το “εγώ” για χάρη του “εμείς”, τα αποτελέσματα δεν αργούν να φανούν. Η συνεργασία παράγει άμεση, μετρήσιμη υπεραξία σε τρία θεσμικά επίπεδα:
1. Στην Τοπική Οικονομία και το Επιχειρείν
Στο σύγχρονο οικονομικό περιβάλλον, ο απομονωμένος επαγγελματίας είναι ευάλωτος. Μικροί παραγωγοί, έμποροι και επιχειρήσεις που μόνοι τους θα λύγιζαν κάτω από το βάρος του παγκοσμιοποιημένου ανταγωνισμού, όταν ενώνονται σε συνεταιρισμούς, δικτυώσεις ή επιχειρηματικά πλέγματα (clusters), αλλάζουν τους όρους του παιχνιδιού. •Δημιουργούν κοινά, ισχυρά brand names. •Αποκτούν σοβαρή διαπραγματευτική δύναμη απέναντι σε προμηθευτές και αγορές. •Το κυριότερο: Κρατούν τον πλούτο και τις θέσεις εργασίας στον τόπο τους, ανακυκλώνοντας την τοπική αγορά. •Μοιράζονται τα λειτουργικά κόστη
2. Στην Κοινωνική Συνοχή και την Αλληλεγγύη
Μια ενωμένη κοινωνία αναπτύσσει ισχυρά, σχεδόν αυτόματα αντανακλαστικά αλληλεγγύης. Οι θεσμικοί φορείς, οι εμπορικοί σύλλογοι, οι πολιτιστικές και εθελοντικές ομάδες γίνονται ένας ζωντανός οργανισμός. Σε περιόδους κρίσεων, αυτή η δικτύωση λειτουργεί ως ένα άτυπο αλλά αποτελεσματικό δίχτυ ασφαλείας για τους πιο αδύναμους, καλύπτοντας τα κενά που συχνά αφήνει η κεντρική διοίκηση.
3. Στη Διεκδίκηση και την Πολιτική Πίεση
Μια διασπασμένη κοινωνία, όπου ο καθένας κοιτάζει το στενό του συμφέρον, είναι εύκολο να αγνοηθεί από τα κέντρα λήψης αποφάσεων των Αθηνών ή των Περιφερειών. Αντίθετα, ένας τόπος που μιλά με μία φωνή ,όπου πολίτες, παραγωγικοί φορείς, επιμελητήρια και τοπική αυτοδιοίκηση συντονίζονται μετατρέπεται σε μια υπολογίσιμη δύναμη. Μια τέτοια φωνή μπορεί να απαιτήσει, να πιέσει και τελικά να κερδίσει χρηματοδοτήσεις, υποδομές και αναπτυξιακά προγράμματα. Η ένωση μετατρέπει μια κοινωνία από παθητικό θεατή των εξελίξεων σε πρωταγωνιστή του μέλλοντός της.
Ο Αντίποδας: Η Παγίδα της Αδράνειας και του “Διαίρει και Βασίλευε”
Τι συμβαίνει, όμως, όταν αυτή η διάθεση για συμπόρευση απουσιάζει; Στον αντίποδα της συλλογικότητας δεν βρίσκεται απλώς η στασιμότητα, αλλά η σταδιακή, μαθηματική παρακμή. Όταν επικρατεί ο άκρατος ατομικισμός, οι τοπικές επιχειρήσεις αναλώνονται σε έναν εξοντωτικό, εσωτερικό ανταγωνισμό που τις εξασθενεί όλες. Οι πολίτες απογοητεύονται, ιδιωτεύουν και αποτραβιούνται στον μικρόκοσμό τους. Το πιο οδυνηρό αποτέλεσμα; Οι πιο ικανοί, και ιδιαίτερα οι νέοι άνθρωποι, εγκαταλείπουν την περιοχή αναζητώντας ένα υγιέστερο περιβάλλον αλλού. Μια κοινωνία κατακερματισμένη γίνεται έρμαιο μικροπολιτικών σκοπιμοτήτων, πελατιακών σχέσεων και της λογικής του “διαίρει και βασίλευε”. Γιατί, όμως, ενώ τα οφέλη της συνεργασίας είναι προφανή, είναι τόσο δύσκολο στην πράξη να ενωθούμε;
Οι αιτίες είναι βαθιές και αγγίζουν τη νοοτροπία μας
Η Νοοτροπία του “Μηδενικού Αθροίσματος”: Η λανθασμένη και στρεβλή αντίληψη ότι για να κερδίσω εγώ, πρέπει οπωσδήποτε ο διπλανός μου να χάσει. Ο φθόνος για την επιτυχία του άλλου μπαίνει, δυστυχώς, πάνω από το κοινό καλό, εμποδίζοντας τη γέννηση κοινών σχεδίων.
Η Καχυποψία του Παρελθόντος: Αν στο παρελθόν υπήρξαν αποτυχημένες προσπάθειες, κακοδιαχείριση ή προδοσία προσδοκιών σε κάποιον φορέα, η απροθυμία για νέα εγχειρήματα γίνεται το μόνιμο, βολικό άλλοθι για την αποχή και την αδράνεια.
Τοπικισμοί και Κρίση Ηγεσίας: Συχνά, μικροπαράγοντες συντηρούν τεχνητές διαιρέσεις ανάμεσα σε κλάδους, γειτονιές ή δήμους, επειδή φοβούνται ότι αν ενταχθούν σε ένα μεγαλύτερο, συλλογικό σχήμα, θα απωλέσουν την προσωπική τους επιρροή και τη μικρή τους “εξουσία”.
Ελληνική Ιδιοτροπία ή Παγκόσμιο Φαινόμενο; Διαβάζοντας κανείς για την καχυποψία, τον φθόνο και την άρνηση συνεργασίας, είναι εύκολο να πέσει στην παγίδα του αυτομαστιγώματος και να συμπεράνει ότι “αυτά γίνονται μόνο στην Ελλάδα”. Η αλήθεια, ωστόσο, είναι διαφορετική και πολύ πιο βαθιά.
Η τάση των ανθρώπων να προτάσσουν το άμεσο ατομικό συμφέρον εις βάρος του μακροπρόθεσμου συλλογικού είναι ένα παγκόσμιο κοινωνικό και οικονομικό φαινόμενο. Έχει μελετηθεί εκτενώς μέσα από θεωρίες όπως η περίφημη “Τραγωδία των Κοινών” (The Tragedy of the Commons), η οποία περιγράφει πώς οι άνθρωποι σε κάθε γωνιά του πλανήτη τείνουν να καταστρέφουν έναν πολύτιμο κοινό πόρο, όταν σκέφτονται αποκλειστικά το προσωπικό τους βραχυπρόθεσμο κέρδος.
Ωστόσο, στη χώρα μας, το φαινόμενο αυτό αποκτά μια ιδιαίτερη ένταση λόγω συγκεκριμένων ιστορικών και πολιτισμικών καταβολών Η Ιστορική Καχυποψία προς τους Θεσμούς: Για αιώνες, οι επίσημοι θεσμοί και το κράτος αντιμετωπίζονταν από τον ελληνισμό ως ένας ξένος δυνάστης, ένας εχθρικός μηχανισμός επιβολής και φορολόγησης. Έτσι, ο Έλληνας έμαθε ιστορικά να εμπιστεύεται τυφλά μόνο τον στενό πυρήνα της οικογένειάς του και να βλέπει οτιδήποτε δημόσιο ή συλλογικό με βαθιά καχυποψία. Ισχυρή Οικογένεια, Αδύναμη Κοινωνία Πολιτών: Στην Ελλάδα παρουσιάζουμε πλεόνασμα εμπιστοσύνης προς τους συγγενείς, αλλά έλλειμμα εμπιστοσύνης προς τον άγνωστο συμπολίτη, τον ανταγωνιστή ή τον συνεταιριστή. Αντίθετα, στις σκανδιναβικές χώρες, η “εμπιστοσύνη προς τον ξένο” είναι θεσμικά υψηλή, γι’ αυτό και τα συλλογικά τους σχήματα μεγαλούργησαν ιστορικά με μεγαλύτερη ευκολία.
Το Βαρύ Παρελθόν των Συνεταιρισμών
Στην ελληνική περιφέρεια, η λέξη συνεταιρισμός κουβαλάει ακόμα τις πληγές περασμένων δεκαετιών, όταν πολλά υποσχόμενα εγχειρήματα εργαλειοποιήθηκαν κομματικά, ταυτίστηκαν με την κακοδιαχείριση και τελικά χρεοκόπησαν, αφήνοντας πίσω τους μια βαθιά ρίζα απογοήτευσης. Το γεγονός, όμως, ότι κουβαλάμε αυτή την ιστορική κουλτούρα δεν σημαίνει ότι είμαστε νομοτελειακά καταδικασμένοι. Η νοοτροπία δεν είναι γραμμένη στο DNA μας είναι ζήτημα παιδείας, αναγκαιότητας και, κυρίως, σωστών παραδειγμάτων. Τα τελευταία χρόνια, κάτω από την πίεση της σκληρής οικονομικής πραγματικότητας, μια νέα γενιά Ελλήνων επιχειρηματιών, εμπόρων και παραγωγών σπάει αυτά τα στερεότυπα. Σύγχρονοι, υγιείς συνεργατικοί σχηματισμοί και καινοτόμα δίκτυα ξεπηδούν σε όλη τη χώρα, αποδεικνύοντας ότι όταν οι Έλληνες αποφασίζουν να συνεργαστούν με όρους διαφάνειας και επαγγελματισμού, μπορούν να κάνουν θαύματα.
Από το “Εγώ”στο “Εμείς”: Οι Τρεις Πυλώνες της Αλλαγής
Για να μετουσιωθεί η “ισχύς εν τη ενώσει” από θεωρία σε καθημερινή πράξη, δεν απαιτούνται μαγικές συνταγές, αλλά η θεμελίωση μιας νέας κουλτούρας που βασίζεται σε τρεις απαράβατους πυλώνες: Κοινό Όραμα: Πρέπει να κάτσουμε στο ίδιο τραπέζι και να συμφωνήσουμε στο πού θέλουμε να βρίσκεται η οικονομία και η κοινωνία μας σε δέκα χρόνια από τώρα. Χωρίς κοινό προορισμό, κανένα καράβι δεν βρίσκει ούριο άνεμο.
Διαφάνεια και Καθαροί Κανόνες: Η συνεργασία απαιτεί εμπιστοσύνη, και η εμπιστοσύνη χτίζεται μόνο όταν όλα είναι καθαρά, μετρήσιμα και ανοιχτά. Οι θολές συμφωνίες γεννούν την καχυποψία.
Παιδεία Συνεργασίας: Οφείλουμε να εκπαιδευτούμε στο να ακούμε τη διαφωνία όχι ως προσωπική απειλή ή εχθρική πράξη, αλλά ως ένα απαραίτητο εργαλείο για να συνθέσουμε μια ακόμα καλύτερη, πιο ολοκληρωμένη λύση. Ένας Καθρέφτης που δεν Μπορούμε να Σπάσουμε Αν κοιτάξουμε γύρω μας με ειλικρίνεια, η ανάλυση αυτή παύει να είναι θεωρητική. Μετατρέπεται σε μια ξεκάθαρη, αν και σκληρή, απάντηση στο αιώνιο παράπονο που ακούγεται καθημερινά στα καφενεία, στις πλατείες και στους εμπορικούς δρόμους:
“Γιατί αυτός ο τόπος δεν πάει μπροστά;”
Η απάντηση είναι απλή: Δεν πάμε μπροστά, όχι γιατί μας λείπουν οι ιδέες, η γεωγραφική ομορφιά ή οι ικανοί άνθρωποι. Δεν πάμε μπροστά γιατί πολύ συχνά επιλέγουμε να είμαστε “βασιλιάδες” σε μια μικρή, δική μας, απομονωμένη νησίδα, αντί να χτίσουμε μια σταθερή γέφυρα με τον διπλανό μας. Γιατί ξοδεύουμε πολύ περισσότερη φαιά ουσία και ενέργεια στο να ανακόψουμε ή να σαμποτάρουμε την επιτυχία του γείτονα, παρά στο να δημιουργήσουμε τις προϋποθέσεις για να πετύχουμε μαζί.
Αυτό το άρθρο, λοιπόν, δεν αποτελεί μια απλή, θεωρητική διαπίστωση. Είναι μια σοβαρή προειδοποίηση για το μέλλον μας. Η απομόνωση και ο ακραίος ατομικισμός προσφέρουν μια ψευδαίσθηση ασφάλειας και αυτονομίας βραχυπρόθεσμα. Μακροπρόθεσμα, όμως, καταδικάζουν μια κοινωνία και μια οικονομία να μαραζώσει, να γεράσει και να γίνει έρμαιο των εξελίξεων που ορίζουν άλλοι.
Η ισχύς εν τη ενώσει δεν είναι μια ρομαντική ουτοπία για ιδεαλιστές είναι μια καθημερινή, συνειδητή, ρεαλιστική επιλογή επιβίωσης. Αν δεν καταλάβουμε ότι η μοίρα του διπλανού μας, του απέναντι εμπόρου, του συμπολίτη μας είναι άρρηκτα δεμένη με τη δική μας, ο τόπος μας θα συνεχίσει να παρακολουθεί το τρένο της ανάπτυξης και της προόδου να περνά, αναρωτώμενος για τα αίτια της στασιμότητάς του. Η ευθύνη δεν ανήκει πια σε κάποιους απρόσωπους “άλλους”. Ανήκει σε εμάς, στους θεσμούς, στους επαγγελματίες, στους πολίτες. Και η επιλογή που έχουμε μπροστά μας είναι απόλυτα ξεκάθαρη: ή θα ενωθούμε και θα προοδεύσουμε μαζί, ή θα μείνουμε απομονωμένοι και θα βουλιάξουμε μόνοι.
