Site icon Times News

Φράνσις Σκοτ Φιτζέραλντ: “Αισιοδοξία είναι η παρηγοριά μικρών ανθρώπων σε μεγάλες θέσεις…”

O Φράνσις Σκοτ Φιτζέραλντ [Francis Scott Key Fitzgerald, 24 Σεπτεμβρίου 1896 – 21 Δεκεμβρίου 1940] ήταν Αμερικανός συγγραφέας. Αποτελεί έναν από τους κύριους εκπροσώπους της αποκαλούμενης Χαμένης Γενιάς των Αμερικανών λογοτεχνών και θεωρείται γενικότερα ένας από τους μείζονες συγγραφείς του 20ού αιώνα. Ολοκλήρωσε συνολικά τέσσερα μυθιστορήματα και πλήθος διηγημάτων, ενώ το έργο του έχει μεταφραστεί στις περισσότερες γλώσσες.

  

Ο Φιτζέραλντ γεννήθηκε στο Σεντ Πολ της Μινεσότας, γιος του Έντουαρντ Φιτζέραλντ και της Μαίρη Μακ Κουίλαν, ιρλανδικής καταγωγής και κόρης Ιρλανδού μετανάστη που απέκτησε σημαντική περιουσία ως παντοπώλης. Η οικογένειά του ανήκε στην μεσαία τάξη και διατηρούσε δεσμούς με τον καθολικισμό, κυρίως λόγω της καταγωγής της μητέρας του. Ο εξάδελφός του, Φράνσις Σκοτ Κι (Francis Scott Key) υπήρξε ο δημιουργός του αμερικανικού εθνικού ύμνου.

Τις περιόδους 1898 –1901 και 1903 – 1908, έζησε στο Μπάφαλο της Νέας Υόρκης, όπου ο πατέρας του εργάστηκε ως πωλητής για την επιχείρηση Procter & Gamble. Μετά την απόλυσή του το 1908, η οικογένεια επέστρεψε στην Μινεσότα και ο Φράνσις Σκοτ Φιτζέραλντ γράφτηκε στη σχολή Saint Paul Academy and Summit School όπου φοίτησε το διάστημα 1908 – 1911. Στη συνέχεια παρακολούθησε μαθήματα στην προπαρασκευαστική σχολή Newman School, στο Χάκενσακ (Hackensack) του Νιού Τζέρσεϊ, για την περίοδο 1911 – 1912.

Το 1913 ξεκίνησε σπουδές στο πανεπιστήμιο του Πρίνστον, ένα από τα κορυφαία ανώτατα εκπαιδευτικά ιδρύματα της Αμερικής. Εκεί γνώρισε τους συγγραφείς και κριτικούς Έντμουντ Γουίλσον και Τζον Πιλ Μπίσοπ, ενώ συμμετείχε στα περιοδικά Princeton Tiger και Nassau Literary Magazine. Είχε μέτριες ακαδημαϊκές επιδόσεις και σε συνδυασμό με την απόφασή του να ασχοληθεί με τη λογοτεχνία, εγκατέλειψε τις σπουδές του το 1917, χωρίς να εξασφαλίσει το πτυχίο του. Τον Οκτώβριο του 1917 κατατάχθηκε στον αμερικανικό στρατό και συμμετείχε στον Α΄ Παγκόσμιο Πόλεμο, οπότε και εγκατέλειψε για πάντα το Πρίνστον.

Αν και τελικά δεν ταξίδεψε ποτέ στην Ευρώπη, υπό τον φόβο του θανάτου και καθώς επιθυμούσε να αφήσει λογοτεχνική κληρονομιά, ο Φιτζέραλντ ολοκλήρωσε το μυθιστόρημα The Romantic Egotist την περίοδο κατά την οποία εκπαιδευόταν ως αξιωματικός στα στρατόπεδα Zachary Taylor και Sheridan. Όταν κατέθεσε το έργο του στον εκδοτικό οίκο Charles Scribner’s Sons, έλαβε ως απάντηση μία επιστολή, στην οποία αναγνωριζόταν η πρωτοτυπία του αλλά δεν γινόταν δεκτό προς δημοσίευση πριν να υποστεί αναθεωρήσεις. Αργότερα, κατέθεσε για δεύτερη φορά το μυθιστόρημα, ωστόσο απορρίφθηκε εκ νέου.

Scott and Zelda posing for Hearst’s International Magazine, May 1923.

Την περίοδο εκπαίδευσής του στο Camp Sheridan, τον Ιούνιο του 1918, ο Φιτζέραλντ γνώρισε και ερωτεύτηκε την Zelda Sayre, που ήταν η νεότερη κόρη δικαστή. Τον επόμενο χρόνο και μετά τη λήξη του πολέμου, μετακόμισαν μαζί στην πόλη της Νέας Υόρκης με σκοπό να παντρευτούν. Ο Φιτζέρλαντ εργαζόταν για μία διαφημιστική εταιρεία και παράλληλα έγραφε διηγήματα, ωστόσο δεν έπεισε την Ζέλντα πως θα ήταν ικανός να συντηρήσει οικονομικά μία οικογένεια, με αποτέλεσμα να διαλυθεί ο αρραβώνας του.

Ο Φιτζέραλντ επέστρεψε στους γονείς του, στο Σεντ Πολ, προκειμένου να επεξεργαστεί και πάλι το πρώτο του μυθιστόρημα. Τελικά, υπό τον τίτλο “Δώθε από τον παράδεισο (This Side of Paradise)”, έγινε δεκτό προς δημοσίευση από τον Μάξουελ Πέρκινς, των εκδόσεων Charles Scribner’s Sons, την Άνοιξη του 1919. Παράλληλα ξεκίνησε να γράφει μικρές ιστορίες για λογοτεχνικά περιοδικά και έντυπα μεγάλης κυκλοφορίας. Το μυθιστόρημα του, εκδόθηκε στις 26 Μαρτίου του 1920 και κατέστησε τον Φιτζέραλντ, έναν από τους πιο δημοφιλείς συγγραφείς της εποχής του. Η επιτυχία του, είχε επίσης ως συνέπεια την επανασύνδεσή του με την Ζέλντα, την οποία παντρεύτηκε μία εβδομάδα μετά την έκδοση του This Side of Paradise. Μαζί απέκτησαν μία κόρη, την Φράνσις Σκοτ Φιτζέραλντ (Frances Scott “Scottie” Fitzgerald), γεννημένη στις 26 Οκτωβρίου του 1921.

Φ. Σκοτ Φιτζέραλντ (1937)

Η δεκαετία του 1920 υπήρξε καθοριστική για την εξέλιξη του Φιτζέραλντ. Το δεύτερο μυθιστόρημα που ολοκλήρωσε, με τίτλο The Beautiful and Damned (Όμορφοι και Καταραμένοι), δημοσιεύτηκε το 1922 ενώ το 1925 εκδόθηκε το κορυφαίο κατά πολλούς έργο του The Great Gatsby (Ο υπέροχος Γκάτσμπυ). Παράλληλα, ο Φιτζέραλντ πραγματοποίησε αρκετά ταξίδια στην Ευρώπη και ιδιαίτερα στη γαλλική Ριβιέρα και το Παρίσι, όπου γνωρίστηκε και συνδέθηκε με άλλους εξόριστους Αμερικανούς λογοτέχνες, όπως τον Έρνεστ Χέμινγουεϊ, τον οποίο ο Φιτζέραλντ θαύμαζε. Με τη σειρά του, ο Χέμινγουεϊ έγραψε για το ταλέντο του Φιτζέραλντ πως ήταν “τόσο φυσικό όσο το σχήμα που αφήνουν στη σκόνη τα φτερά μιας πεταλούδας”.

F. Scott Fitzgerald – Ernest Hemingway

Στα τέλη της δεκαετίας του ’20, ξεκίνησε να επεξεργάζεται το τέταρτο μυθιστόρημά του, ωστόσο αναγκάστηκε να αντιμετωπίσει παράλληλα οικονομικές δυσχέρειες αλλά και τη σχιζοφρένεια της συζύγου του που εκδηλώθηκε εκείνη την εποχή. Η ψυχική της υγεία παρέμεινε εύθραυστη μέχρι το τέλος της ζωής της. Μετά από νευρική κατάρρευση, το 1930 εισήχθη σε κλινική της Ελβετίας μέχρι το Σεπτέμβριο του 1931 και στη συνέχεια επέστρεψαν μαζί στις Ηνωμένες Πολιτείες όπου το 1932 εισήχθη εκ νέου σε νοσοκομείο της Βαλτιμόρης. Την ίδια περίοδο, ο Φιτζέραλντ ενοικίασε τo κτήμα “La Paix”, στα προάστια του Towson, προκειμένου να αφιερωθεί στο νέο του μυθιστόρημα. Εκδόθηκε τελικά το 1934 με τον τίτλο Tender is the Night (Τρυφερή είναι η νύχτα) και αποτέλεσε εμπορική αποτυχία.

Το 1937, με πολλά οικονομικά προβλήματα να τον βαραίνουν, ο Φιτζέραλντ υπέγραψε συμβόλαιο με την Metro-Goldwyn-Mayer, εξάμηνης διάρκειας και με αμοιβή 1.000 δολάρια την εβδομάδα. Αργότερα ανανέωσε το συμβόλαιο του για έναν ακόμα χρόνο, γεγονός που του επέτρεψε να αντιμετωπίσει τις οικονομικές του δυσκολίες. Εργάστηκε ως σεναριογράφος χωρίς όμως ιδιαίτερη επιτυχία. Το 1939 ξεκίνησε επίσης το πέμπτο μυθιστόρημά του, The Love of the Last Tycoon, βασισμένο στη ζωή του στελέχους Έρβινγκ Τάλμπεργκ και μια προσπάθεια προσέγγισης του κόσμου του Χόλιγουντ και περιγραφής του Αμερικανικού Ονείρου. Το έργο αυτό έμεινε ημιτελές και εκδόθηκε τελικά, για πρώτη φορά, μετά το θάνατό του, έπειτα από σχετική επιμέλεια των σημειώσεων του Φιτζέραλντ από τον φίλο του, Έντμουντ Γουίλσον. Την ίδια περίοδο αποξενώθηκε από την Ζέλντα, η οποία συνέχισε να ζει σε ιδρύματα ενώ εκείνος συνδέθηκε με την δημοσιογράφο Σίλα Γκρέιαμ. Σταμάτησε τελείως να πίνει και εργάστηκε με ζήλο στο τελευταίο του μυθιστόρημα. Τέλη Ιουλίου ολοκλήρωσε το “Κοσμοπόλιταν” που ήταν και το τελευταίο του σενάριο για το Χόλιγουντ, το οποίο αν και δεν γυρίστηκε σε ταινία, θεωρήθηκε μετά το θάνατό του, ένα από τα καλύτερα σενάρια που είχε δει ποτέ το Χόλιγουντ.

Ο Φιτζέραλντ υπήρξε αλκοολικός ήδη από νεαρή ηλικία, ενώ κατά τη δεκαετία του ’20, ο προσωπικός του μύθος ήταν συνδεδεμένος με την ιδιότητα αυτή. Το γεγονός αυτό είχε ως αποτέλεσμα την επιδείνωση της υγείας του, ειδικά κατά τα τέλη της δεκαετίας του 1930. Το 1940 υπέστη δύο καρδιακές προσβολές. Η τελευταία, στις 21 Δεκεμβρίου προκάλεσε και το θάνατό του σε ηλικία 44 ετών στα χέρια της Σίλα Γκρέιαμ. Τάφηκε στο Ρόκβιλ και στον ίδιο τάφο, θάφτηκε και Ζέλντα Φιτζέραλντ το 1947.

Μυθιστορήματα

Συλλογές διηγημάτων

Άλλα έργα

Ελληνικές μεταφράσεις

Τίτλοι στη βάση Βιβλιονέτ

Συμμετοχή σε συλλογικά έργα

*******************************************************************************

Το «Σπάσιμο», ένα διάσημο αυτοβιογραφικό κείμενο του Φράνσις Σκοτ Φιτζέραλντ, απευθύνεται σε αυτούς που διαπιστώνουν στα σαράντα τους χρόνια ότι «το καπέλο του ταχυδακτυλουργού ήταν άδειο».

ΦΡΑΝΣΙΣ ΣΚΟΤ ΦΙΤΖΕΡΑΛΝΤ

Ο συγγραφέας ως «ραγισμένο πιάτο»
Πολλά έχουν ειπωθεί για την προβολή της ζωής του αμερικανού συγγραφέα Φράνσις Σκοτ Φιτζέραλντ και του μύθου που τον περιβάλλει επάνω στο έργο του. Ομολογουμένως, τα τρία κείμενα που απαρτίζουν το «Σπάσιμο» (ο τίτλος αγγλιστί είναι: «The Crack-Up»), που κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Ιστός, βρίσκονται ακριβώς επάνω στο σημείο τομής του πολυτάραχου βίου και του θαυμαστού έργου του συγγραφέα του «Μεγάλου Γκάτσμπι».Ο Φιτζέραλντ «έσπασε» το καλοκαίρι του 1935. Η επόμενη διετία πέρασε μέσα σε συνεχή εξάντληση, ασθένειες και ένα διαρκές αίσθημα αποθάρρυνσης.
Οι αιτίες για το «σπάσιμο» ήταν πολλές και διαφορετικές ­ το βέβαιον όμως είναι ότι λειτούργησαν σωρευτικά: υπερκόπωση μετά από χρόνια υπερ-εργασίας· οικονομικά προβλήματα, τα οποία επέτεινε η εμπορική αποτυχία τού «Τρυφερή είναι η νύχτα» που είχε κυκλοφορήσει ένα χρόνο νωρίτερα· αλκοολισμός·
το βάρος της ψυχικής ασθένειας της συζύγου του Ζέλντα· τέλος, ένα αίσθημα προσωπικής και καλλιτεχνικής αποτυχίας που τον είχε εκείνα τα χρόνια κυριεύσει.

Ο Φιτζέραλντ επιχείρησε να περιγράψει την κατάσταση αυτή σε τρία άρθρα που δημοσιεύτηκαν στο περιοδικό «Esquire» μεταξύ Απριλίου και Φεβρουαρίου 1936. Η αρχή του πρώτου κειμένου αρκεί για να μεταδώσει τον τόνο του εγχειρήματος:

«Βεβαίως και ολόκληρη η ζωή είναι μια διαδικασία αποσυνθέσεως, αλλά τα χτυπήματα που κάνουνε τη φανερή ζημιά ­ τα δυνατά ξαφνικά χτυπήματα που έρχονται, ή τουλάχιστον έτσιδείχνουνε, από τα έξω ­, αυτά τα οποία θυμάσαι και βλαστημάς και, σε στιγμές αδυναμίας,τα εξομολογείσαι στους φίλους σου, δεν εμφανίζουν τα αποτελέσματά τους αμέσως. Υπάρχει και ένα άλλου είδους χτύπημα που έρχεται από τα μέσα ­ το οποίο δεν αισθάνεσαι παρά μόνον όταν είναι πια πολύ αργά για να κάνεις κάτι, όταν συνειδητοποιήσεις τελεσίδικα ότι κατά κάποιον τρόπο δεν πρόκειται ποτέ να ξαναγίνεις τόσο καλός άνθρωπος όσο ήσουν. Το πρώτο είδος σπασίματος μοιάζει να γίνεται γοργά, το δεύτερο συντελείται σχεδόν χωρίς να το καταλάβεις μα το συνειδητοποιείς εξαιρετικά απότομα».

Οι αναγνώστες του Φιτζέραλντ γνωρίζουν την παγερή ακρίβεια με την οποία έχει αποδώσει το «σπάσιμο» των ηρώων στα μυθιστορήματά του. Ο Τζέι Γκάτσμπι, π.χ., φαίνεται να υφίσταται το πρώτο είδος σπασίματος, αυτό που «γίνεται γοργά»· ο Ντικ Ντάιβερ στο «Τρυφερή είναι η νύχτα» το δεύτερο, το «χτύπημα που έρχεται από μέσα». Εν τούτοις, τα τρία άρθρα που συναπαρτίζουν το «Σπάσιμο» δεν συνιστούν αφηγηματική μυθοπλασία, αλλά εξομολογητική λογοτεχνία. Το είδος είναι δύσκολο, ολισθηρό, φέροντας στο ακέραιο όλα τα προβλήματα ­ τα ελαττώματα θα τολμούσε να πει κανείς ­ της πρωτοπρόσωπης γραφής.

Το «Σπάσιμο» καταγράφει πράγματι μια «σκοτεινή νύχτα» της ψυχής. Η στροφή του φακού του συγγραφέα προς τον εαυτό του παράγει ένα είδος θανάσιμης ειλικρίνειας. Το «Σπάσιμο» είναι, παραφράζοντας τον Τζόις, ένα είδος «Πορτρέτου του συγγραφέα ως ραγισμένου πιάτου». Πράγματι ο Φιτζέραλντ παρομοιάζει σε κάποιο σημείο τον εαυτό του με ραγισμένο πιάτο ­ «του είδους που αναρωτιέσαι αν αξίζει να το κρατήσεις». «Μερικές φορές όμως», γράφει μερικές γραμμές πιο κάτω, «το ραγισμένο πιάτο πρέπει να κρατιέται στο ντουλάπι,πρέπει να συνεχίζει να χρησιμοποιείται για τις ανάγκες του νοικοκυριού. Δεν μπορείς ποτέ πια να το ζεστάνεις στο μάτι ούτε να το ανακατέψεις μαζί με τα άλλα πιάτα στο νεροχύτη,δεν θα το βγάλεις έξω όταν έχεις κόσμο, μα θα κάνει για να μεταφέρεις μπισκότα αργά τη νύχτα ή για να βάλεις αποφάγια στο ψυγείο».

Με απλά λόγια, το «Σπάσιμο» είναι ένα κείμενο γι’ αυτούς που στα σαράντα τους διαπιστώνουν ότι «το καπέλο του ταχυδακτυλουργού ήταν άδειο». Εχει μάλιστα κανείς την υποψία ότι το αίσθημα αυτό μπορεί να είναι περισσότερο ανδρικό παρά γυναικείο.

Σχολιάζοντας το «Σπάσιμο» σε μια επιστολή του το 1936, ο Φιτζέραλντ λέει ότι «το γράψιμό του ήταν ένα είδος κάθαρσης». Η παρατήρηση ­ ή μάλλον η ελπίδα ­ αυτή δεν έμελλε να δικαιωθεί. Το καλοκαίρι της ίδιας χρονιάς ο συγγραφέας ξανακύλησε στην ίδια κατάσταση, πέφτοντας μάλιστα ακόμη χαμηλότερα. Το ύστατο κομμάτι της σταδιοδρομίας του παίχτηκε στο Χόλιγουντ, όπου εργάστηκε χωρίς ιδιαίτερη επιτυχία ως σεναριογράφος. Εν τούτοις, η κινηματογραφική βιομηχανία θεωρούσε τον Φιτζέραλντ «τελειωμένο», εν μέρει γιατί την εντύπωση αυτή είχε δώσει το «Σπάσιμο», που ο μυθιστοριογράφος διαπίστωσε πολύ γρήγορα ότι δεν τον ωφέλησε επαγγελματικά· άλλωστε, η αμερικανική κουλτούρα δεν έχει ιδιαίτερα μεγάλη συμπάθεια για τους «losers», τους «χαμένους».

Τελικά, με έναν παράδοξο τρόπο, ο κινηματογράφος βοήθησε τον Φιτζέραλντ να βρει τον δρόμο του ­ αν και όχι, ευτυχώς, ως σεναριογράφος· ο αλκοολισμός στάθηκε άλλωστε αιτία να τον απολύσει η Metro-Goldwyn-Mayer που τον είχε προσλάβει με πλουσιοπάροχο συμβόλαιο. Το Χόλιγουντ λειτούργησε ως συγγραφική έμπνευση για τον Φιτζέραλντ, που, όπως φαίνεται από το ημιτελές μυθιστόρημά του «Ο τελευταίος μεγιστάνας», μπόρεσε να ξαναβρεί τη δημιουργική του φλέβα ­ αν και η «αναγέννησή» του δεν είχε συνέχεια, καθώς πέθανε πρόωρα σε ηλικία 44 χρόνων. Αξίζει ωστόσο να σημειωθεί, ως υστερόγραφο, ότι η αυτοτελής έκδοση των τριών άρθρων που συναπαρτίζουν το «Σπάσιμο» από τον κριτικό Εντμουντ Γουίλσον το 1945 οδήγησε στην αναγέννηση του ενδιαφέροντος του αναγνωστικού κοινού για τον Φιτζέραλντ. Ο θαυμασμός που προκάλεσε το κείμενο συμψηφίστηκε, με έναν τρόπο, με την επαγγελματική ζημιά που είχε προκαλέσει στον συγγραφέα όταν πρωτοδημοσιεύτηκε.

Τελειώνοντας, οφείλει κανείς να πει μερικά λόγια για τις μεταφράσεις του Φιτζέραλντ στη γλώσσα μας. Εχει βρει ο Φιτζέραλντ τη φωνή του στα ελληνικά; Αυτό είναι αμφίβολο. Τα περισσότερα βιβλία του υπάρχουν μεταφρασμένα στα ράφια των αθηναϊκών βιβλιοπωλείων. Εν τούτοις, δυσκολεύεται να εντοπίσει κανείς αξιομνημόνευτες (πόσο μάλλον επώνυμες) μεταφραστικές προσπάθειες ­ με πιθανή εξαίρεση τη μετάφραση του «Πλουσιόπαιδου» (εκδόσεις Κέδρος) από τον Μένη Κουμανταρέα.

Πιο συγκεκριμένα, δεν έχουμε απόπειρα μετάφρασης του έργου του ανάλογη με εκείνη, π.χ., της Τζένης Μαστοράκη για τον «Φύλακα στη Σίκαλη» του Σάλιντζερ. Φταίει η νωθρότητα των πεζογράφων μας; Πάντως, ο Φιτζέραλντ μένει συγγραφέας για νέους. Αλλωστε, η «Εποχή της Τζαζ» που απαθανάτισε ο Φιτζέραλντ προσομοιάζει με ένα παρατεταμένο φωτογραφικό στιγμιότυπο γεμάτο ευφορία, φώτα και ωραία ιδανικά νεανικά πρόσωπα. Από αυτή την άποψη, είναι αξιοσημείωτη η μετάφραση του Μανόλη Σαββίδη ως εγχείρημα που δηλώνει το ενδιαφέρον μιας νεότερης γενιάς για τον κατ’ εξοχήν συγγραφέα της περιώνυμης «χαμένης γενιάς».

****************************************************************

Επίκαιρες ιστορίες από τον Mεσοπόλεμο

ΝΙΚΟΣ ΔΑΒΒΕΤΑΣ, Η ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ, 18.07.2015

O Φράνσις Σκοτ Φιτζέραλντ με τη γυναίκα του Ζέλντα. Στα διηγήματά του περιγράφεται η Αμερική της αφθονίας, που ανέτειλε μετά το τέλος του Μεγάλου Πολέμου, και τελικά έχει δώσει τη θέση της στην Αμερική των εκατομμυρίων ανέργων, των συσσιτίων, των αυτοκτονιών.

​​Φράνσις Σκοτ Φιτζέραλντ

«Επιστροφή στη Βαβυλώνα»

Διηγήματα μτφρ.: Αρης Μπερλής

εκδ. «Αγρα»

Η είδηση μπορεί να πέρασε στα «ψιλά» των εφημερίδων, αλλά έκανε τον γύρο του Διαδικτύου: πωλείται προς 3,8 εκατομμύρια ευρώ η βίλα του Φράνσις Σκοτ Φιτζέραλντ στο Λονγκ Αϊλαντ, όπου από το 1922 ώς το 1924 ο πολυτάλαντος Αμερικανός συγγραφέας ξεκίνησε να γράφει το δημοφιλέστερο ίσως μυθιστόρημά του «Ο μεγάλος Γκάτσμπι».

Αν και έχουν περάσει 75 χρόνια από τον θάνατό του, ειδήσεις σαν κι αυτή φαίνεται πως τροφοδοτούν ακόμη τον μύθο του γοητευτικού και «καταραμένου» συγγραφέα, που έζησε μέσα στη χλιδή και πέθανε καταχρεωμένος, σε ηλικία μόλις 44 ετών.

Εμβληματικός εκπρόσωπος της λεγόμενης «χαμένης γενιάς» του 1920 –γενιάς που ανδρώθηκε στα χρόνια του Πρώτου Παγκοσμίου Πολέμου, γνώρισε τη μεθυστική ευμάρεια της δεκαετίας του ’20 αλλά και την οικονομική κατάρρευση που προξένησε το Μεγάλο Κραχ– ο Φιτζέραλντ αποτύπωσε σχεδόν σε όλα τα έργα του τις διαδοχικές απογοητεύσεις που επιφυλάσσει ο κοινωνικός περίγυρος σε οποιονδήποτε φιλόδοξο άνδρα ταπεινής καταγωγής θελήσει να ξεφύγει από τα όρια της τάξης του και να εισέλθει, με τον ένα ή τον άλλο τρόπο, στο «κλαμπ» των πλουσίων. Και μάλιστα ο συγγραφέας απαθανάτισε τη χειρότερη εκδοχή του, δηλαδή όχι τον εύπορο νέο της ανερχόμενης μεσαίας τάξης, αλλά τον χαρισματικό δανδή που καταλήγει διασκεδαστής των ευπόρων, γραφική φιγούρα στους κοσμικούς κύκλους, προσθέτοντας ίσως μια αύρα «εξωτισμού» στην πληκτική καθημερινότητά τους όταν μεταμφιέζεται σε μοντέρνο καλλιτέχνη.

Πέρα όμως από τα γνωστά στο ευρύ κοινό μυθιστορήματά του, ο Φιτζέραλντ δημοσίευσε για καθαρά βιοποριστικούς λόγους μια σειρά αυτοβιογραφικών, ως επί το πλείστον, διηγημάτων σε περιοδικά μεγάλης κυκλοφορίας όπως το Esquire και το American Mercury. Εξι από αυτές τις «εφήμερες» ιστορίες κυκλοφόρησαν και στη χώρα μας, σε μετάφραση του Αρη Μπερλή, και η επιλογή που έχει κάνει κάθε άλλο παρά τυχαία είναι. Ξεκινάει με το καλύτερο διήγημα του Φιτζέραλντ, το «Επιστροφή στη Βαβυλώνα», που γράφτηκε το 1930, ένα χρόνο μετά το οικονομικό κραχ, και καταλήγει με την «Κατάρρευση» (1936), το πιο εξομολογητικό και απαισιόδοξο κείμενό του.

Από το πρώτο ώς το τελευταίο διήγημα του βιβλίου, η κλιμάκωση της κρίσης –προσωπικής, οικονομικής και κοινωνικής– είναι εντυπωσιακή. Ο,τι στην αρχή είναι κακοτυχία και στραβοπάτημα, στο τέλος είναι συντριβή και αδιέξοδο. Ο,τι στην αρχή υπονοείται με λέξεις προσεκτικά επιλεγμένες, με σκέψεις «καμουφλαρισμένες», στο τέλος γίνεται κυνικός απολογισμός και απολογία. Εχει φυσικά μεσολαβήσει το Κραχ. Η Αμερική της αφθονίας, που ανέτειλε μετά το τέλος του Α΄ Παγκοσμίου Πολέμου, έχει δώσει τη θέση της στην Αμερική των εκατομμυρίων ανέργων, των συσσιτίων, των αυτοκτονιών. Το νοσηρό κλίμα των χρόνων της Υφεσης αργά αλλά σταθερά διαποτίζει τις ιστορίες του Φιτζέραλντ. Με λόγο υπαινικτικό και ελλειπτικό στα πρώτα διηγήματα, αναλυτικό και αφοπλιστικό στη συνέχεια, ο δημιουργός του «Γκάτσμπι» εξομολογείται δίχως ωραιοποιήσεις στην ακροτελεύτια «Κατάρρευση»: «Η ζωή πριν από δέκα χρόνια ήταν βασικά μια προσωπική υπόθεση. Επρεπε να κρατήσω σε ισορροπία την αίσθηση της ματαιότητας της προσπάθειας και την αίσθηση της αναγκαιότητας του αγώνα, την πεποίθηση ότι η αποτυχία είναι αναπόφευκτη και την αποφασιστικότητα να “πετύχω”… Αν μπορούσα να το πετύχω αυτό αντιμετωπίζοντας κοινές αναποδιές –οικογενειακές, επαγγελματικές, προσωπικές– τότε το εγώ θα συνέχιζε την πορεία του σαν βέλος… Κι έπειτα, δέκα χρόνια προτού φτάσω στο όριο που είχα θέσει, συνειδητοποίησα ξαφνικά ότι είχα πρόωρα ραγίσει».

Οι ήρωες του Φιτζέραλντ –οι περισσότεροι προσωπεία του συγγραφέα– καταρρέουν όταν συνειδητοποιούν τη θνητότητά τους, το ατελέσφορο της σισύφειας προσπάθειας. Θα λέγαμε ότι, όπως επισημαίνει και ο διάσημος ανθρωπολόγος Ερνεστ Μπέκερ, ο φόβος του θανάτου ωθεί αυτούς τους φιλόδοξους άνδρες να αγαπήσουν τη χλιδή, τα εντυπωσιακά αυτοκίνητα, τις ακόμη πιο εντυπωσιακές γυναίκες, να ξετινάξουν τις οικονομίες τους, να κυνηγήσουν φανταστικούς εχθρούς, μα πάνω απ’ όλα να επιδιώξουν να αισθανθούν σημαντικοί σε έναν κόσμο με νόημα. Ομως νόημα στον παράλογο κόσμο τους δεν υπάρχει. Ασήμαντοι κοινοί θνητοί θα σβήσουν μαζί με το «αμερικάνικο όνειρο».

Exit mobile version