Για τον Αρη Αλεξάνδρου

Τα παιδιά μας μεγαλώνουν σ’ ένα κενό λογοτεχνικής παιδείας. Μικρό το κακό, θα μου πείτε. Ομως, για σκεφθείτε, πώς θα αντιδρούσε ένας οπαδός της σύγχρονης Αριστεράς αν διάβαζε το «Κιβώτιο» του Αλεξάνδρου; Αν είχε τα εργαλεία για να το διαβάσει. Η εκπαίδευση έχει στερήσει από τους μαθητές τα εργαλεία της πραγματικής ανάγνωσης. Τους έχει αφοπλίσει. Δεν είναι πολιτικό, είναι πολιτισμικό πρόβλημα.

by Times Newsroom
  • του Τάκη Θεοδωρόπουλου 

Αν ζούσε, προχθές 24 Νοεμβρίου θα γιόρταζε τα εκατοστά πρώτα γενέθλιά του. Πέθανε όμως το 1978 στο Παρίσι. Αν δεν κάνω λάθος, όταν έπαθε το έμφραγμα του μυοκαρδίου εργαζόταν ως νυχτοφύλακας σε ένα εργοστάσιο. Πρόκειται για τον Αρη Αλεξάνδρου, κατά κόσμον Αριστοτέλη Βασιλειάδη, μια εμβληματική μορφή της μεταπολεμικής λογοτεχνίας μας. Χάρη σ’ αυτόν η γενιά μου, και όχι μόνον, γνώρισε τον Ντοστογιέφσκι σε μεταφράσεις, που αποτελούν από μόνες τους λογοτεχνικά έργα στη γλώσσα μας. Παρότι έχω διαβάσει τον Ντοστογιέφσκι και στις γαλλικές του μεταφράσεις, οφείλω να πω ότι δεν συγκρίνονται με το αίσθημα που ανέδειξε ο Αλεξάνδρου στα ελληνικά. Βρήκε τον ρυθμό της αντίστιξης ανάμεσα στη χαλαρότητα της προφορικής έκφρασης και την πυκνότητα της σκέψης. Την ποίησή του τη γνώρισα χάρη σε μια έκδοση του φίλου Φίλιππου Βλάχου στις εκδόσεις Κείμενα – δεν ξέρω αν κυκλοφορεί ακόμη. Ομως, αυτό που με σημάδεψε ήταν το μυθιστόρημά του, το περίφημο «Κιβώτιο». Η υπόθεση μιας κομματικής αποστολής, που αναλαμβάνει τη μεταφορά ενός κιβωτίου σε χωριό κατεχόμενο από αντάρτες. Η ομάδα αποδεκατίζεται και ο μόνος επιζών διαπιστώνει ότι το κιβώτιο είναι άδειο. Η καφκική εκδοχή του κομμουνιστικού κινήματος γραμμένη από έναν ιδιοφυή λογοτέχνη. Οι «σύντροφοί» του δεν του το συγχώρησαν ποτέ. Είναι αυτό που λέμε «τιμούμε τους αγώνες της Αριστεράς», κυρίως δε τιμούμε την πνευματική της ηγεμονία.

Γράφω σήμερα για τον Αρη Αλεξάνδρου και αναρωτιέμαι σε ποιους απευθύνομαι. Πόσοι και ποιοι αναγνώστες γνωρίζουν το έργο του ή, έστω, τους λέει κάτι το όνομά του; Και δεν αναφέρομαι στους αναγνώστες των smartphones ή του Διαδικτύου. Αναφέρομαι σε όσους δηλώνουν ότι διαβάζουν λογοτεχνία, τους βουλιμικούς που καταπίνουν μυθιστορήματα τα οποία τα ρουφούν μέσα σε μια νύχτα. Τους λέει κάτι το όνομα Αρης Αλεξάνδρου; Κι αν δεν τους λέει γιατί δεν τους λέει;

Υπάρχουν δύο απαντήσεις. Η πρώτη έχει να κάνει με τη ρηχή μνήμη της εκπαίδευσης, αλλά και με την υποτίμηση της λογοτεχνικής αξίας. Η λογοτεχνική αξία σήμερα κρίνεται από την καλή ραφή της και την ικανότητα του συγγραφέα να παρασύρει τον αναγνώστη από την πρώτη έως την τελευταία σελίδα. Δεν ενδιαφέρει αν εκεί τον περιμένει ένα άδειο κιβώτιο. Η δεύτερη έχει να κάνει με τη στενόμυαλη Αριστερά. Η Αριστερά, μετά την ήττα της στον εμφύλιο διεκδίκησε την πνευματική πρωτοκαθεδρία απέναντι στους αντιπάλους της. Αυτοί αρκούνταν στη στρατιωτική και πολιτική ηγεμονία τους, αδιαφορώντας όμως για την ιδεολογική μάχη που έδιναν οι διανοούμενοί της. Η Αριστερά δεν αδιαφορούσε για τους δικούς της διανοουμένους. Παρακολουθούσε με την ιδεολογική της λούπα τη σκέψη τους, έτοιμη να τους καταδικάσει ή να τους επιβραβεύσει. Επιβράβευε τους νομιμόφρονες, όπως τον Ρίτσο ή τον Βάρναλη και καταδίκαζε τους αιρετικούς, όπως τον Αλεξάνδρου ή τον Τσίρκα. Η πνευματική πενία της Αριστεράς σήμερα οφείλεται πάνω απ’ όλα στη δική της δυσανεξία απέναντι στους δικούς της διανοουμένους. Στη Σοβιετική Ενωση τους έστελναν στα γκουλάγκ ή τα ψυχιατρεία. Παρ’ ημίν τους έστελναν στην ανωνυμία και τη φτώχεια.

Υπάρχει και μια τρίτη διάσταση στο πρόβλημα, η οποία υπερβαίνει τα όρια της Αριστεράς ή των αντιπάλων της του ευρωπαϊκού δημοκρατικού τόξου. Ποια είναι η σχέση της σημερινής Ελλάδας με την πνευματική της παράδοση; Ασχέτως πολιτικών διαφορών. Ποιοι και πόσοι διαβάζουν σήμερα Αλεξάνδρου, Θεοτοκά ή Αγγελο Βλάχο; Κάποιοι σίγουρα, μικρές ομάδες από μύστες που εξακολουθούν να αναρωτιούνται από πού και πώς ξεπήδησε η σημερινή Ελλάδα της ζωής τους.

Η λογοτεχνική δημιουργία κάποτε ήταν κοινό αγαθό. Η ανάγνωση του Ντοστογιέφσκι στις μεταφράσεις του Αρη Αλεξάνδρου ήταν υποχρέωση. Σήμερα θεωρείται χάσιμο χρόνου. Για να μην αδικήσω την πρόσφατη μεταφράστρια του Ντοστογιέφσκι, Λένα Μπακοπούλου, οφείλω να πω ότι κατάφερε να αποδώσει στα ελληνικά των δικών μας καιρών τη γοητεία των κειμένων του μεγάλου Ρώσου.

Τα παιδιά μας μεγαλώνουν σ’ ένα κενό λογοτεχνικής παιδείας. Μικρό το κακό, θα μου πείτε. Ομως, για σκεφθείτε, πώς θα αντιδρούσε ένας οπαδός της σύγχρονης Αριστεράς αν διάβαζε το «Κιβώτιο» του Αλεξάνδρου; Αν είχε τα εργαλεία για να το διαβάσει. Η εκπαίδευση έχει στερήσει από τους μαθητές τα εργαλεία της πραγματικής ανάγνωσης. Τους έχει αφοπλίσει. Δεν είναι πολιτικό, είναι πολιτισμικό πρόβλημα.

ΠΗΓΗ: Καθημερινή

Σχετικά Άρθρα

Αυτή η ιστοσελίδα χρησιμοποιεί cookies για να βελτιώσει την εμπειρία σας. Συνεχίζοντας την περιήγησή σας, δίνετε την συγκατάθεσή σας για την χρήση των cookies. Aποδοχή