Θεοφράστου Χαρακτήρες… (22)

Θεόφραστος (Τύρταμος ή Εύφραστος) ο Ερέσιος (372-287 π.Χ.)

by ΓΙΩΡΓΗΣ ΕΞΑΡΧΟΣ

22. [Ανελευθερίας[1]] Ανοησία – Ανόητος

Ανοησία λέγεται αυτό που κάποιος κάνει,
να χάσει το φιλότιμο,… να μειωθεί η δαπάνη!
Είναι δε ο ανόητος άξιος κι όταν πάρει
βραβείο σε διαγωνισμό τραγωδιών, να βάλει
πάνω σε ξυλοσάνιδο το όνομα γραμμένο[2],
και στον θεό Διόνυσο[3] να το ’χει αφιερωμένο.
Όταν ο δήμος συγκαλεί για έρανο μαζώξεις[4],
αυτός «την κάνει» σιωπηλά, φεύγει, λες και τον διώχνεις.
Όταν τη θυγατέρα του παντρεύει κι έχουν μείνει
κοψίδια πάνω στον βωμό, σε άλλους δεν τα δίνει,
αν έχουνε οι ιερείς το μερτικό τους πάρει,
και τα πουλά ξεδιάντροπα, λεφτά απ’ αυτά να βγάλει.
Τους δούλους, που ως μπράτιμους στο γάμο ’χει νοικιάσει,
συμφώνησε, απ’ το σπίτι του ο καθείς φαΐ να φτιάσει.
Αν σε τριήρη αρχηγός[5] γίνει αυτός, ποτέ του,
επάνω στο κατάστρωμα, αντί για τον σελτέ του,
του κυβερνήτη στρώματα στρώνει για να ξαπλώσει.
Εις των Μουσών την εορτή[6] θέλει για να μειώσει
τα έξοδα, ώστε γι’ αυτό τα τέκνα του δεν στέλνει
εις το σχολειό – στον δάσκαλο, πως άρρωστά ’ναι, λέει.
Κρέας, πάει στην αγορά, και λάχανα να πάρει,
και τα κρατά στην αγκαλιά[7], στο σπίτι να τα πάει.
Μια δούλα στη γυναίκα του δεν έχει αγοράσει,
κι ας του ’χει φέρει η καλή προίκα πολύ μεγάλη·
και όταν βγει στην αγορά για έργα γυναικεία,
νοικιάζει υπηρέτρια, μικρούλα[8] και οικεία,
παντού να την ακολουθεί, κι αυτή τήνε προστάζει.
Παπούτσια με μπαλώματα φορά και υποστηρίζει,
πως το καθένα απ’ αυτά σαν καινούργιο μυρίζει.
Και το πρωί όταν ξυπνά, το σπίτι αυτός σκουπίζει,
και στρώνει τα κρεβάτια τους κι όλα τα συγυρίζει.
Και όταν ο ανόητος πάει κάπου να καθίσει,
το πανωφόρι[9] του ψηλά σηκώνει, μην το τρίψει.

Απόδοση, μετάφραση, ερμηνεία: ΓΙΩΡΓΗΣ ΕΞΑΡΧΟΣ


[1] «Ἀνελευθερία (μικροπρέπεια) εἶναι ὁ χαρακτὴρ μὴ ἐλευθέρου ἀν-θρώπου, Ἐδῶ λαμβάνεται μὲ ἔννοιαν περιωρισμένην, σχετικῶς δηλ. μόνον πρὸς τὴν δαπάνην· ὥστε ἀνελευθερία εἶναι εἶδος φιλαργυρίας περὶ τῆς ὁποίας ὁ Ἀριστοτέλης λέγει· ‘ἐν δυσὶ γὰρ οὖσα, τῇ τε ἐλλείψει τῆς δόσεως καὶ τῇ ὑπερβολῇ τῆς λήψεως, οὐ πᾶσιν ὁλόκληρος παραγίνεται ἀλλ’ ἐνίοτε χωρίζεται’ (Ἠθικ. Νικ. Δ, 3, 1121 β, 17). Ὁ ἀνελεύθερος λοιπὸν ὁμοιάζει μὲ τὸν μικρολόγον, τοῦ ὁποίου τὸν ορισμόν ἶδε (10).» (Σημ. Ε. Δαυΐδ, 1940).

[2] «Εἰς τοὺς δραματικοὺς ἀγῶνας τὰ ἔξοδα τοῦ χοροῦ ἀνελάμβανε εἷς ἐκ τῶν πλουσίων πολιτῶν, ὁ ὁποῖος διὰ τοῦτο ἐλέγετο χορηγός· τὸ ὑπούρ-γημα δὲ τοῦτο ἐνομίζετο τιμητικώτατον· εἰς περίπτωσιν νίκης ὁ χορηγὸς ἐλάμβανε στέφανον καὶ τρίπουν τὰ ὁποῖα ἀφιέρωνε εἰς τὸν Διόνυσον ἐπὶ μνημείου χορηγικοῦ, ὅπου ἀνεγράφετο τὸ ὄνομα τοῦ ἄρχοντος, τῆς φυλῆς, τοῦ χορηγοῦ καὶ τοῦ ποιητοῦ. Ὁ ἀνελεύθερος πρὸς ἀποφυγὴν δαπάνης ἀναγράφει τὸ ἰδικόν του μόνον ὄνομα ἐπὶ ξυλίνης πινακίδος.» (Σημ. Ε. Δαυΐδ, 1940).

[3] «Ο Διόνυσος επιστεύετο παρά τοις Έλλησιν έφορος της τραγωδίας, καθώς ο Απόλλων της κωμωδίας. Ήτον λοιπόν συνήθεια να αφιερόνη εις τον ναόν του Διονύσου χαλκούν τρίποδα, όστις ελάμβανε το βραβείον της νίκης εις τον τραγικόν αγώνα.» (Σημ. Γ. Ζαχαριάδου, 1845).

[4α] «Ο Διόανυσος επιστεύετο παρά τοις Έλλησιν έφορος της τραγωδίας, καθώς ο Απόλλων της κωμωδίας. Ήτον λοιπόν συνήθεια να αφιερόνη εις τον ναόν του Διονύσου χαλκούν τρίποδα, όστις ελάμβανε το βραβείον της νίκης εις τον τραγικόν αγώνα.» (Σημ. Γ. Ζαχαριάδου, 1845). «Όσοι ήθελαν να χορηγήσουν τι κατά την δύναμίν των, εσηκόνοντο ορθοί και επρόσφερον· όσοι δε πάλιν δεν ήθελαν, έκαμναν, ως ο ανελεύθερος.» (Σημ. Γ. Ζαχαριάδου, 1845). – «Αἱ ἑκούσιαι συνεισφοραὶ ποὺ ἔδιδον οἱ πολῖται διὰ τὰς ἀνάγκας τῆς πόλεως ἐλέγοντο ἐπιδόσεις· αἱ δὲ συνεισφοραὶ ποὺ ἐπέβαλλεν ἡ πολιτεία εἰς τοὺς πλουσίους ἐκ τῶν πολι-τῶν λειτουργίαι· τοιαῦται δὲ ἦσαν· χορηγία, γυμνασιαρχία, ἑστίασις, ἀρ-χιθεωρία καὶ τριηραρχία.» (Σημ. Ε. Δαυΐδ, 1940).

[5] «Τουτέστ ναύαρχος ή Καπετάνος, όστις εχρεωστούσε με ίδιά του έξοδα ουχί μόνον να κατασκευάση ένα ή περισσότερα πλοία κατά την κατάστασίν του, αλλά και να τα αρματώση με όλα τα αναγκαία του πολέμου.» (Σημ. Γ. Ζαχαριάδου, 1845).

[6] «Ἑορτὴ τῶν Μουσῶν ἦτο σχολικὴ ἑορτή, τῆς ὁποίας τὰ ἔξοδα κατέβαλον δι’ ἐράνων οἱ μαθηταί.» (Σημ. Ε. Δαυΐδ, 1940).

[7] «Tὰ ὀψώνια μετέφερον ἐκ τῆς ἀγορᾶς οἱ δοῦλοι ἢ οἱ προὔνεικοι.» (Σημ. Ε. Δαυΐδ, 1940).

[8] «Εἰς τὰς νέας γυναῖκας τῆς ἀστικῆς τάξεως ἐπετρέπετο εἰς τὰς Ἀθή-νας ἡ ἔξοδος πρὸς μετάβασιν εἰς τὴν ἀγοράν, εἰς ναούς, εἰς πανηγύρεις, ἀλλ’ ἔπρεπε νὰ συνοδεύωνται τουλάχιστον ὰπὸ μίαν ὑπηρέτριαν.» (Σημ. Ε. Δαυΐδ, 1940).

[9] «Κατ’ αρχάς οι Έλληνες εφορούσαν μάλλινα ή λινά φορέματα λευκά, τα οποία, όταν ελερόνοντο, τα έδιδαν εις τους Λευκαντάς, διά να τα λευκαίνωσιν· έπειτα άρχισαν να τα βάφωσι με διάφορα χρώματα, και μάλιστα με το πορφυρούν χρώμα, το οποίον επροτιμάτο από όλα τα άλλα. Τα δε φορέματα ήσαν διάγορα κατά το γένος, κατά την ηλικίαν, κατά την κατάστασιν του καθενός, και κατά τον καιρόν του χρόνου, των οποίων τας ονομασίας ζήτει εις την Ιστορίαν. Το επανωφόριον το εφορούσαν επί του αριστερού ή δεξιού ώμου, καθώς την σήμερον οι Αλβα-νίται την κάπαν. Ο τρίβων και το τριβώνιον ήτον φόρεμα τετριμμένον, ή ράσον των φιλοσόφων.» (Σημ. Γ. Ζαχαριάδου, 1845).

Σχετικά Άρθρα

Αυτή η ιστοσελίδα χρησιμοποιεί cookies για να βελτιώσει την εμπειρία σας. Συνεχίζοντας την περιήγησή σας, δίνετε την συγκατάθεσή σας για την χρήση των cookies. Aποδοχή