Θεοφράστου Χαρακτήρες… (23)

Θεόφραστος (Τύρταμος ή Εύφραστος) ο Ερέσιος (372-287 π.Χ.)

by ΓΙΩΡΓΗΣ ΕΞΑΡΧΟΣ

23. [Αλαζονείας[1]] Αλαζονεία – Αλαζόνας / Καυχησιάρης

Αλαζονεία είν’ να λες πως έχεις μόνο χάρες,
όταν όλα σου τα καλά στην πράξη είν’ κουταμάρες!
Ο αλαζόνας στέκεται σε λιμανιών προβλήτες[2]
και λέει σε ξένους τι έπαθε, πόσες τράβηξε νίλες,
δίνοντας δάνεια πολλά σε θαλασσοεταιρείες[3],
και εξηγεί λεπτομερώς, με ποίες ευκαιρίες
τα δάνεια που χορηγεί πως είναι κερδοφόρα[4],
χάνοντας ή κερδίζοντας κρυφά, μα και στα φόρα·
κι ενώ με τέτοια φλυαρεί, στέλνει μικρό υπηρέτη
στην τράπεζα, αν και δραχμή στην τσέπη του δεν έχει.
Όταν στον δρόμο συναντά κάποιους συνοδοιπόρους,
τους λέει με τον Αλέξανδρο εκστράτευσε πριν χρόνους,
πως ήταν –τάχα–  κολλητός κι είχαν καλή φιλία,
κι ότι ποτήρια[5] έφερε πολλά από την Ασία·
όλα τους με πολύτιμα πετράδια στολισμένα,
γιατ’ οι Ασιάτες τεχνικοί τα ’χουνε καμωμένα
καλύτερα, πιο τέλεια, απ’ ότι στην Ευρώπη.
Τα λέει κι ας μη πάτησε σε άλλον τόπο πόδι.
Και λέει, ο Αντίπατρος[6] γράμμα τού είχε στείλει,
και τρεις φορές τον κάλεσε να τον δεχτεί στην πύλη
του παλατιού του με χαρά, και στη Μακεδονία.
Προσθέτει δε πως του ’δωσαν και μία προνομία,
το να μπορεί εξαγωγές να κάνει σε ξυλεία[7],
από εκεί, χωρίς ποτέ δραχμή να δώσει μία[8],
σε φόρους, τέλη και δασμούς· κι ευθύς θα εξηγήσει
ότι αυτός δεν δέχτηκε, μη τον συκοφαντήσει
κανείς, ότι είναι πιστός φίλος των Μακεδόνων[9].
Όταν στην πόλη έλλειψη καρπού σιτοβολώνων[10]
υπάρχει, αυτός για τους φτωχούς ξοδεύει όπως πάντα,
πάνω από πέντε τάλαντα· δεν λέει ποτέ του «μπάστα»[11].
Όταν ανάμεσα βρεθεί σε άγνωστων συνάξεις,
δηλώνει πως συνέδραμε με χρήματα και πράξεις,
καλεί δε έναν απ’ αυτούς, ώστε να λογαριάσει[12]
συνολικά πια τα ποσά οπού ’χει αυτός ξοδιάσει·
κι ονόματα φανταστικά μόνο τους αραδιάζει,
ότι εξακόσιες δραχμές και μια μνα έχει χαλάσει,
για τον καθένα ατομικά, τάλαντα δέκα, όλοι!
Πέρ’ απ’ αυτά τα έξοδα, που έκανε στην πόλη,
δεν λογαριάζει –λέει αυτός– για τις τριηραρχίες[13]
και στ’ άλλα τ’ αξιώματα, ποιες έκανε θυσίες.
Πάει στ’ αλογοπάζαρα, καμώνεται πως θέλει
να κάνει ίππων αγορά[14] – κι ας μη τον ενδιαφέρει.
Πάει στων εμπόρων τις σκηνές κι εκεί ζητά, προπάντων,
να αγοράσει ρουχισμό αξίας δυο ταλάντων,
κι ύστερα αρχίζει τις βρισιές στον συνοδό υπηρέτη,
που έτσι τον ακολουθεί, χωρίς λεφτά στην τσέπη[15].
Κι ενώ το σπίτι όπου ζει το έχει νοικιασμένο,
σε όσους δεν τον ξέρουνε, λέει, είν’ κληρονομημένο,
και ότι τώρα σκέφτεται τον οίκο να πουλήσει,
που αδυνατεί φίλους πολλούς για να φιλοξενήσει[16].

Απόδοση, μετάφραση, ερμηνεία: ΓΙΩΡΓΗΣ ΕΞΑΡΧΟΣ


[1] «Ὁ Ἀριστοτέλης ὁρίζει τὴν ἀλαζονείαν ὡς ‘προσποίησιν ἐπὶ τὸ μεῖζον’ (Ἠθικ. Νικ. Β, 7, 1108α) καὶ ‘ἀλαζὼν δὲ ὁ πλείω τῶν ὑπαρχόντων προσποι-ούμενος’ (Ἠθικ. Εὐδ. Β, 3, 1221α 24)· ὁ δὲ Πλάτων ὡς ‘ἕξιν προσποιητικὴν ἀγαθοῦ ἢ ἀγαθῶν μὴ ὑπαρχόντων’ (ὁρισμ. 416). Τὴν διαφορὰν τοῦ ἀλα-ζόνος καὶ μικροφιλοτίμου ἴδε εἰς τὸν ὁρισμὸν μικροφιλοτιμίας (4).» (Σημ. Ε. Δαυΐδ, 1940).

[2] «Ο δε αλαζών τοιούτος τις, οίον εν τω Ζεύγματι εστηκώς διηγείσθαι ξένοις, ως πολλά χρήματα αυτώ εστιν εν τη θαλάττη·…» (Γ. Ζαχαριάδου, 1845). – «ὁ δὲ ἀλαζὼν τοιοῦτός τις, [2] οἷος ἐν τῷ διαζεύγματι ἑστηκὼς διη-γεῖσθαι ξένοις, ὡς πολλὰ χρήματα αὐτῷ ἐστιν ἐν τῇ θαλάττῃ·…» (Ε. Δαυΐδ, 1940). – «Το Ζεύγμα, κατά τον Θουκυδίδην, ήτον λιμήν των Αθηνών, πλησίον του οποίου ήτον το Δείγμα, τόπος τις ούτω καλούμενος, επειδή εκεί εσυνάζοντο πολλοί ξένοι και εντόπιοι, και έδειχναν τας οποίας είχαν διά πώλησιν πραγματείας.» (Σημ. Γ. Ζαχαριάδου, 1845). – «Ο Θεόφραστος εννοεί το λιμάνι του ΙΙειραιά, όπου ετοποθετούσαν τα εμπορεύματα της εισαγωγής και της εξαγωγής. Στο μέ­ρος εκείνο ήσαν και αργυραμοιβοί για να ευκολύνουν τις συναλλα­γές των εμπόρων.» (Σημ. Μ. Σιγούρου, 1939). – «Διὰ τοῦ προκυμαία μετέφρασα τὴν λέξιν τοῦ κειμένου διάζευγμα, τὸ ὁποῖον φαίνεται ὅτι ἦτο τὸ ἴδιον μὲ τὸ ἀναφερόμενον χῶμα τοῦ Πειραιῶς, δηλ. τὸ πρόχωμα ποὺ περιέφρασσε τὸν λιμένα καὶ ἄφηνε διάστημα 55 μόνον μέτρων διὰ τὴν εἴσοδον καὶ ἔξοδον τῶν πλοίων. Εἰς τὸ μέρος ἐκεῖνο ἐγίνετο συνάντησις διαφόρων ἐμπόρων καὶ ξένων.» (Σημ. Ε. Δαυΐδ, 1940).

[3] «Ὁ τόκος διὰ τὰ θαλασσοδάνεια ἀνήρχετο εἰς 30%, ἐνῷ διὰ τὰ δάνεια τῆς ξηρᾶς ἦτο 18%.» (Σημ. Ε. Δαυΐδ, 1940).

[4] «Εργασία ενταύθα σημαίνει διάφορον, κέρδος, ως “Ήτις εργασίαν πολλήν παρείχε τοις κυρίοις αυτής, μανιευομένη.” (Πράξ. Κεφ. Ι5′, στ. 16). Οθεν εργασία δανειστικη δηλοί το κοινώς λεγόμενον σαραφλήκι.» (Σημ. Γ. Ζαχαριάδου, 1845).

[5] «Οἱ τεχνῖται τῆς Ἀσίας ἦσαν εἰδικοὶ εἰς τὴν κατασκευὴν πολυτίμων ποτηρίων.» (Σημ. Ε. Δαυΐδ, 1940).

[6] Αντίπατρος (397-319 π.Χ.): Όταν ο Αλέξανδρος ξεκίνησε την εκστρατεία του προς την Ασία, άφησε τον Αντίπατρο ως επίτροπο του θρόνου στην Μακεδονία, που βρισκόταν σε συνεχείς συγκρούσεις με την Ολυμπιάδα, συγκρούσεις για τις οποίες έγραφε και ενημέρωνε τον Αλέξανδρο στην Ασία, και για τις οποίες όμως και εκείνη έγραφε και ενημέρωνε τον γιο της. Ο μεν έγραφε για τις εξουσιαστικές φιλοδοξίες της Ολυμπι-άδας, η δε έγραφε για τις «συνωμοσίες» του Αντίπατρου και ανάμεσα στα άλλα του συνιστούσε να πάρει μάγειρά του τον πιστό τους Πελίγνα, που γνώριζε καλά την μακεδονική «κουζίνα».

[7] «Τὰ δάση τῆς Μακεδονίας ἀπὸ τοῦ πέμπτου ἤδη αἰῶνος π.Χ. παρεῖχον ξυλείαν ναυπηγήσιμον εἰς τοὺς Ἀθηναίους· τινὲς δὲ κατώρθωνον νὰ λά-βουν καὶ ἄδειαν εἰσαγωγῆς ἄνευ δασμοῦ.» (Σημ. Ε. Δαυΐδ, 1940).

[8] «Οι Αθηναίοι μη έχοντες αφθονίαν ξύλων ναυπηγησίμων ήτοι εις κατασκευή των καραβίων χρησίμων, ηναγκάζοντο να τα φέρουν από την Μακεδονίαν εις τας Αθήνας. Όθεν ητoν απηγορευμένον, διά να εύγαλη τις ξύλα έξω εις ξένον τόπον, χωρίς να πληρώση μεγάλoν τελώνιον ήτοι κουμμέρι,» (Σημ. Γ. Ζαχαριάδου, 1845).

[9] «Εἰς τὴν μετάφρασιν τοῦ χωρίου τούτου ἔλαβον ὑπ’ ὄψιν τὴν διόρθωσιν τοῦ Madvig ‘περαιτέρω φίλος εἶναι ἢ προσῆκε Μακεδόσι’. Τὰ χειρόγραφα ὅμως ἔχουν ‘περαιτέρω φιλοσοφεῖν προσῆκε Μακεδόσι’, τὸ ὁποῖον ὁ Diels καὶ ἄλλοι ἑρμηνεύουν ‘ἔπρεπε νὰ εἶναι περισσότερον πανοῦργοι οἱ Μακε-δόνες, διὰ νὰ κατορθώσουν νὰ μὲ προσελκύσουν μὲ τοιαῦτα δῶρα’.» (Σημ. Ε. Δαυΐδ, 1940).

[10] «Πρόκειται πιθανῶς περὶ τῆς γενομένης σιτοδείας εἰς τὰς Ἀθήνας κα-τὰ τὸ ἔτος 329, ὅτε ἡ τιμὴ ἑνὸς μεδίμνου σίτου ἀνῆλθεν εἰς 16 δραχμάς, ἐνῷ συνήθως ἐπωλεῖτο 5.» (Σημ. Ε. Δαυΐδ, 1940).

[11] μπάστα: (ιταλ.) αρκετά, φτάνει.

[12] «Οἱ ἀρχαῖοι ἔκαμνον τὰς ἀριθμητικὰς πράξεις μὲ ψήφους (λιθάρια), τὰς ὁποίας ἔθετον ἐπὶ ἀβακίου. Ὁ Cichorius ἐξηγεῖ ὡς ἑξῆς τὸ δύσκολον τοῦτο χωρίoν. Ἂς ὑποθέσωμεν τρεῖς ἀριθμητικὰς ἑνότητας, ἑκάστη τῶν ὁποίων ἀντιστοιχεῖ εἰς μίαν στήλην τοῦ ἀβακίου· εἰς τὴν κατωτέραν στή-λην ἀριθμητικὴ ἑνότης εἶναι ἡ μνᾶ ἢ 100 δραχμαί, εἰς τὴν μέσην 6 μναῖ ἢ 600 δραχμαὶ καὶ εἰς τὴν ἀνωτέραν 60 μναῖ ἢ ἓν τάλαντoν. Ὁσάκις λοιπὸν ἡ κατωτέρα στήλη περιέχει 6 ψήφους ὁ λαγαριάζων τὰς ἀντικαθιστᾷ διὰ μιᾶς τὴν ὁποίαν θέτει εἰς τὴν μέσην στήλην, ὁσάκις δὲ ἡ στήλη αὐτὴ περι-έχει 10 ψήφους, τὰς ἀντικαθιστᾷ μὲ μίαν τὴν ὁποίαν θέτει εἰς τὴν ἀνωτέ-ραν ποὺ ἀντιστοιχεῖ πρὸς τὸ τάλαντον (= 6000 δρχ.)· κατὰ τὸν τρόπον τοῦτον τὸ κεφάλαιον ἢ ἄθροιομα εὑρίσκεται εὐκολώτατα.» (Σημ. Ε. Δαυΐδ, 1940).

[13] «Ἡ τριηραρχία ἦτο μία ἀπὸ τὰς ἐκτάκτους λειτουργίας. Αἱ ὑποχρε-ώσεις τοῦ τριηράρχου ἦσαν· νὰ ἐξοπλίσῃ δι’ ἐξόδων του τριήρη, τὴν ὁποίαν τοῦ ἔδιδεν ἡ πόλις, νὰ τὴν διατηρῆ εἰς καλὴν κατάστασιν καὶ νὰ μισθοδοτῇ τὸ πλήρωμα.» (Σημ. Ε. Δαυΐδ, 1940).

[14] «Ἡ συντήρησις ἵππου ἦτο πολυτέλεια τῶν πλουσίων Ἀθηναίων· ‘ἄγαλ-μα τῆς ὑπερπλούτου χλιδῆς’ ὡς λέγει ὁ Αἰσχύλος (Προμηθ. 466). Ἡ τάξις τῶν ἱππέων ἦτο εὐγενὴς καὶ ἀριστοκρατική. Ὁ ἀλαζών, διὰ νὰ φανῇ ὅτι ἀνήκει εἰς αὐτήν, προσποιεῖται ὅτι θὰ ἀγοράση ἵππον καὶ μάλιστα πολύ-τελείας, κατάλληλον δηλ. διὰ τὰς ἱπποδρομίας καὶ τὸν πόλεμον.» (Σημ. Ε. Δαυΐδ, 1940).

[15] «Κατά την αρχαιότητα τους πλούσιους Αθηναίους τους συνό­δευαν δούλοι που κρατούσαν χρυσόν ή άργυρον για τα ψώνια.» (Σημ. Μ. Σιγούρου, 1939).

[16] Η φιλοξενία στην αρχαιότητα εθεωρείτο πράξη αρετής, και τους ξένους προστάτευαν ο Ξένιος Δίας και η Αθηνά η Ξενία, αλλά και οι Διό-σκουροι Κάστωρ και Πολυδεύκης. Η φιλοξενία ακολουθούσε συγκεκριμένη ιεροτελεστία, παρεχόταν σε κάθε ξένο, ανεξάρτητα από την τάξη που ανήκε, και έμενε σε ειδικό δωμάτιο – τον «ξενώνα». Η φιλοξενία συνέδεε ανθρώπους διαφόρων κοινωνικών τάξεων, ακόμα και απλούς πολίτες με βασιλιάδες. Στα Ομηρικά χρόνια, σε όποιο σπίτι πήγαινε ξένος, έβρισκε φιλοξενία. Οι Θεσσαλοί και οι Αθηναίοι φημίζονταν για τα φιλόξενα αισθήματά τους. Στα Ομηρικά χρόνια ο ξένος ήταν ή αγγελιοφόρος, ή εξόριστος, ή ταξιδιώτης κ.λπ. Η αποδοχή ενός ξένου για φιλο-ξενία λεγόταν «εστιάν» ή «ξενίζειν» ή «ξενοδοχείν». Ο ξένος με την άφιξή του έκανε ευχές στην οικογένεια που τον φιλοξενούσε και όταν απο-χωρούσε του έδιναν δώρα. Ο κύριος της φιλόξενης οικίας ονομαζόταν «ξενοδόχος» ή «στεγανόμος» ή «εστιοπάμμων» ή «ναύκληρος», προσκα-λούσε τον ξένο στο σπίτι του και παρέθετε γεύμα προς τιμήν του.

Σχετικά Άρθρα

Αυτή η ιστοσελίδα χρησιμοποιεί cookies για να βελτιώσει την εμπειρία σας. Συνεχίζοντας την περιήγησή σας, δίνετε την συγκατάθεσή σας για την χρήση των cookies. Aποδοχή