Τι σημαίνει σοσιαλιστική προοπτική σήμερα

Η σοσιαλδημοκρατία έχει σήμερα την ευκαιρία να αναδείξει τις διαφορές της από τις νεοφιλελεύθερες και συντηρητικές προτάσεις, αλλά και από τον λαϊκισμό της επαναφοράς στο παρελθόν

by Times Newsroom
  • ΟΛΥΜΠΙΑ ΑΠΟΣΤΟΛΟΥ 

Η γενιά μου, η γενιά των τριαντάρηδων – σαραντάρηδων, μεγάλωσε στον μετά την κατάρρευση του “υπαρκτού σοσιαλισμού” κόσμο. Η αποτυχία του κεντρικού προγραμματισμού, η αποδοχή του κέρδους ως μοναδικού κινήτρου οικονομική δράσης, η ιδιωτικοποίηση ως μέσο αύξησης της αποτελεσματικότητας, η πλήρης απελευθέρωση του εμπορίου, η αποθέωση των ιδιωτικών ξένων άμεσων επενδύσεων για την τόνωση της ανάπτυξης, η απορρύθμιση των χρηματοπιστωτικών αγορών και η αυστηρή δημοσιονομική πειθαρχία αποτέλεσαν συστατικά μιας συναίνεσης που διαπερνά την πολιτική διεθνών οργανισμών και κυβερνήσεων, ανεξάρτητα από την γενικότερη ιδεολογική τοποθέτησή τους, περιορίζοντας δραστικά το εύρος των δυνατών πολιτικών και λύσεων.

Δυστυχώς, η συνταγή αυτή δε φαίνεται να πέτυχε, τουλάχιστον όχι για εμάς. Το κομμάτι της γενιάς μου που έχει επιλέξει να μείνει στην Ελλάδα, υποαπασχολείται ή υπερεργάζεται, με χαμηλές αποδοχές και ακόμα χαμηλότερες απαιτήσεις όσον αφορά το εργασιακό περιβάλλον και το είδος της δουλειάς. Κάθε μήνα, η παραμικρή ατυχία μπορεί να δημιουργήσει σοβαρό πρόβλημα ρευστότητας, ενώ τρύπες καλούνται διαρκώς να καλύψουν γονείς και παππούδες, διαιωνίζοντας σχέσεις εξάρτησης και διατηρώντας την ισχύ στα χέρια των προηγούμενων γενιών.

Η παγκόσμια οικονομική κρίση, που οδήγησε και στην κρίση του ελληνικού χρέους, απέδειξε ότι τα μεγάλα προβλήματα λύνονται μόνο με μεγάλες κρατικές παρεμβάσεις. Παρόλα αυτά, δεν τάραξε τα νερά αρκετά ώστε να αμφισβητηθεί η επικρατούσα συναίνεση. Η κρίση της πανδημίας όμως, αλλά και ο πόλεμος της Ουκρανίας, έφεραν με μεγαλύτερη επιτακτικότητα στο κέντρο της συζήτησης τις έννοιες του “δημόσιου” και της “κρατικής παρέμβασης”. Έτσι για πρώτη φορά μετά από χρόνια, η πολιτική μεταφέρεται στον φυσικό χώρο της σοσιαλδημοκρατίας, η οποία καλείται να απαντήσει ποια είναι η πρότασή της και σε τι διαφέρει από τις υπόλοιπες.

Αρχικά, χρειάζεται να εξετάσουμε από την αρχή και αξιοποιώντας την πρακτική εμπειρία των τελευταίων χρόνων τη σχέση ανάμεσα στο δημόσιο και το ιδιωτικό. Στην Ελλάδα των πολυέξοδων ΔΕΚΟ που προσέφεραν υπηρεσίες χαμηλής ποιότητας, των κρατικών Τραπεζών που δάνειζαν με εγγυήσεις του δημοσίου και χωρίς αντικειμενικά κριτήρια, των φροντιστηρίων και των ιδιαίτερων μαθημάτων για να μάθουν τα παιδιά ξένες γλώσσες και να προετοιμαστούν για τις εισαγωγικές εξετάσεις, η επιχειρηματολογία για ιδιωτικοποιήσεις βρήκε πρόσφορο έδαφος.

Η σημερινή κατάσταση της οικονομίας όμως, δείχνει ότι η αντικατάσταση του δημόσιου από το ιδιωτικό δεν αποτελεί πανάκεια. Για παράδειγμα, η αντικατάσταση του κρατικού μονοπωλίου ενέργειας από ένα ολιγοπώλιο ελάχιστων εταιρειών παραγωγής και διανομής ενέργειας έχει δημιουργήσει φαινόμενα αισχροκέρδειας. Το κράτος στην πράξη επιδοτεί τα υπερκέρδη των ελάχιστων αυτών εταιρειών μέσω των επιδοτήσεων στους λογαριασμούς ενέργειας. Ταυτόχρονα, η ενεργειακή μετάβαση της χώρας καθυστερεί επειδή δε γίνονται επενδύσεις ενίσχυσης της χωρητικότητας και της διασυνδεσιμότητας των δικτύων. Επιπλέον, δίνεται προτεραιότητα στα τεράστια φωτοβολταϊκά και αιολικά πάρκα που κατασκευάζει και εκμεταλλεύεται το ίδιο ολιγοπώλιο, έναντι των μικρότερων επενδύσεων.

Αντιστοίχως, η απελευθέρωση των τηλεπικοινωνιών από μόνη της δεν αρκεί, αφού σύμφωνα με τη Eurostat, η Ελλάδα βρίσκεται μεταξύ των ουραγών της Ε.Ε. όσον αφορά την ταχύτητα του internet, αλλά μεταξύ των πρωταθλητών όσον αφορά το κόστος. Οι ιδιωτικές τράπεζες των οποίων υποχρεωτικά πελάτες είμαστε όλοι, λειτουργούν ληστρικά και χωρίς ενδιαφέρον για την ανάπτυξη και την εξυπηρέτηση πολιτών και επιχειρήσεων. Τραπεζικά καταστήματα κλείνουν, η διαφορά μεταξύ επιτοκίων δανεισμού και καταθέσεων είναι αδικαιολόγητα μεγάλη, οι συναλλαγές χρεώνονται με υπέρογκα ποσά, ενώ σκάνδαλα τύπου Πάτση επιβεβαιώνουν ότι το ιδιωτικό μάνατζμεντ συνυπάρχει αγαστά με τη διαπλοκή. Στον τομέα της υγείας, οι Έλληνες, μετά την συστηματική απαξίωση του Ε.Σ.Υ., πληρώνουμε τις τρίτες υψηλότερες ιδιωτικές δαπάνες στην Ε.Ε. Ο ιδιωτικός τομέας αναλαμβάνει με υπέρογκες χρεώσεις όλες τις προσοδοφόρες ιατρικές πράξεις όπως εξετάσεις και επεμβάσεις, ενώ την πανδημία κλήθηκε να αντιμετωπίσει το αποδεκατισμένο δημόσιο νοσοκομείο.

Τα παραδείγματα μπορούν να συνεχιστούν, αλλά το συμπέρασμα δε μπορεί παρά να είναι ένα. Το κράτος-θεατής, το κράτος-τροχονόμος συμφερόντων απέτυχε τουλάχιστον όσο και το υπερτροφικό κράτος που υποχωρούσε μπροστά στα συντεχνιακά συμφέροντα. Σήμερα, η σοσιαλδημοκρατία έχει καθήκον να υπερασπιστεί και πάλι τα δημόσια αγαθά, το ισχυρό κοινωνικό κράτος που παρεμβαίνει αποφασιστικά για να μειώσει τις συσσωρευόμενες ανισότητες και όχι απλά για να απαλύνει πρόσκαιρα τον πόνο, τις ανεξάρτητες αρχές και την ανεξάρτητη δικαιοσύνη, που ενισχυμένες μπορούν να λειτουργήσουν αποτελεσματικά για να ελέγξουν την ασυδοσία της εξουσίας και να ουδετεροποιούν τις παραμορφώσεις στην οικονομία που δημιουργούνται από ισχυρά επιχειρηματικά συμφέροντα και ολιγοπώλια.

Το σύγχρονο σοσιαλδημοκρατικό κράτος θα πρέπει να σχεδιάζει ολοκληρωμένα και μακροπρόθεσμα, με όσο το δυνατόν πιο αποκεντρωμένες και δημοκρατικές διαδικασίες. Θα πρέπει να χρησιμοποιεί τις νέες δυνατότητες της τεχνολογίας για να μειώσει τη γραφειοκρατία και να αυξήσει την αποτελεσματικότητα των ελέγχων και όχι για να μεταφέρει τον Λεβιάθαν στο ψηφιακό σύμπαν. Να προωθεί ενεργά την έρευνα και την ανάπτυξη τομέων της οικονομίας με προοπτική και συγκριτικά πλεονεκτήματα. Να ενσωματώνει πρόνοιες βιωσιμότητας αλλά και δημιουργίας νέων θέσεων εργασίας με ικανοποιητικές απολαβές σε όλες τις πολιτικές που προωθεί. Να εγγυάται υψηλού επιπέδου υπηρεσίες υγείας για όλους τους πολίτες, καθώς και πρόσβαση στην εκπαίδευση και τη μόρφωση.

Η Ελλάδα είναι μέλος της Ευρωπαϊκής Ένωσης και μόνο ως τέτοιο μπορεί να λειτουργήσει. Αυτό δεν πρέπει να μας διαφεύγει ποτέ όταν μιλάμε για την προοπτική της πατρίδας. Συνεπώς, η συνεργασία με τα υπόλοιπα σοσιαλιστικά και δημοκρατικά κόμματα της Ε.Ε. με στόχο την ενίσχυση της δημοκρατίας και την οικονομική σύγκλιση μεταξύ των κρατών-μελών θα πρέπει και πάλι να είναι προτεραιότητα.

Η σοσιαλδημοκρατία έχει σήμερα την ευκαιρία να αναδείξει τις διαφορές της από τις νεοφιλελεύθερες και συντηρητικές προτάσεις, αλλά και από τον λαϊκισμό της επαναφοράς στο παρελθόν. Στην καρδιά της δικής μας πρότασης θα πρέπει να είναι η απομυθοποίηση του ιδιωτικού και η ανάδειξη της σημασίας του δημόσιου στη χάραξη του κοινού μας μέλλοντος. Για τη σύνθεση των προσδοκιών κάθε πολίτη σε ένα εθνικό όραμα και των δυνατοτήτων της πατρίδας σε μια εθνική στρατηγική.

  • Η Ολυμπία Αποστόλου είναι μέλος του Πολιτικού Συμβουλίου του ΠΑ.ΣΟ.Κ. – Κινήματος Αλλαγής.
  • Το άρθρο δημοσιεύτηκε στο διαδικτυακό περιδικό “Το ΚΙΝΗΜΑ”

Σχετικά Άρθρα

Leave a Comment

Αυτή η ιστοσελίδα χρησιμοποιεί cookies για να βελτιώσει την εμπειρία σας. Συνεχίζοντας την περιήγησή σας, δίνετε την συγκατάθεσή σας για την χρήση των cookies. Aποδοχή