Θεοφράστου Χαρακτήρες… (29)

Θεόφραστος (Τύρταμος ή Εύφραστος) ο Ερέσιος (372-287 π.Χ.)

by ΓΙΩΡΓΗΣ ΕΞΑΡΧΟΣ

29. [Φιλοπονηρίας] Φιλοπονηρία – Φιλοπόνηρος

Είν’ η φιλοπονηρία η προς την κακία κλίση
φιλοπόνηρος[1] δε είναι όποιος μια φιλία «στήσει»,
μ’ όσους –με δημόσιες δίκες[2]– είναι καταδικασμένοι,
και θαρρεί απ’ τη συντροφιά τους ότι θα ’χει αυξημένη
πείρα, και θα τον φοβούνται -σαν κυκλοφορεί στην πόλη.-
Όταν γι’ ανθρώπους ηθικούς γίνεται κάπου λόγος,
λέει: η φύση ηθικόν δεν έκανε κανένα·
πως όλοι σ’ όλα μοιάζουνε και σ’ όλα είναι ίδιοι,
και κοροϊδεύει πάντοτε τους τίμιους ανθρώπους,
ενώ όλους τους πονηρούς τούς λέει ελευθέρους[3]·
όταν δε κάποιον πονηρό τόνε κατηγορήσουν,
δέχεται κάποια του κακά· κι αμέσως παριστάνει
ότι τα άλλα τ’ αγνοεί, ότι δεν τα γνωρίζει,
και ισχυρίζεται ευθύς το πόσο ξύπνιος είναι,
κι ανήκει στους καλύτερους, στους πιο άξιους φίλους·
ορκίζεται πως στον ντουνιά πιο άξιο δεν βρήκε[4]·
κάθε του υποστήριξη τού δίνει δημοσίως,
ενώ μιλά στην αγορά ή κρίνεται σε δίκες.
Και είναι ικανότατος πλησίον να καθίσει
στους δικαστές και να τους πει ότι αυτοί δεν δεν πρέπει
να κρίνουνε τον άνθρωπο, αλλά μόνο την πράξη.
Λέει γι’ αυτόν –τον φίλο του– που τον κατηγορούνε,
πως είν’ του δήμου το σκυλί[5], γιατί τον προφυλάγει
απ’ όλους όσοι αδικούν. Και ύστερα προσθέτει:
«Κανείς ποτέ στην πόλη μας πλέον δεν θα θελήσει
να γίνει σ’ όλους μισητός, για πράγματα δημόσια,
αν τους αφήσουμε χωρίς καμία προστασία.»
Με μαεστρία περισσή τους φαύλους προστατεύει[6],
κι υπερασπίζεται[7] ανοιχτά βρώμικες υποθέσεις.
Όταν δικάζει –μάλιστα – κατά των αντιδίκων,
κάνει χρήση ισχυρισμών κι ερμηνειών χειρίστων.
Φαίνεται, αναμφίβολα, η φιλοπονηρία,
της πονηριάς είν’ αδελφή –τουτέστιν της κακίας–
γι’ αυτό και είναι αληθινή τούτη η παροιμία:
«Όμοιος με τον όμοιο, τον ίδιο δρόμο πάει[8].»

Απόδοση, μετάφραση, ερμηνεία: ΓΙΩΡΓΗΣ ΕΞΑΡΧΟΣ

______________________________________________
[1] «Ὁ πονηρὸς ἦτο εἶδος συκοφάντου, ἐπιτήδειος εἰς τὸ νὰ κατηγορῇ πάντα χρηστὸν πολίτην. Ὁ ἀγαπῶν λοιπὸν τοὺς τοιούτους ἐλέγετο φιλο-πόνηρος· ὡς προστατεύων δὲ τοὺς κακοὺς καὶ πονηροὺς ἐκ τοῦ ὄχλου εἶναι τρόπον τινὰ ἀντίθετος τοῦ ὀλιγαρχικοῦ. Ὁ χαρακτὴρ οὗτος ἔχει ἱστορικὸν ἐνδιαφέρον, διότι ἀπεικονίζει τὴν διαφθορὰν τοῦ δημοκρατικοῦ πολιτεύματος εἰς Ἀθήνας περὶ τὰ τέλη τοῦ 4ου αἰῶνος π.Χ. Ῥήτορες, μίσθαρνα ὄργανα τῶν Μακεδόνων, καὶ δημαγωγοὶ ἀσυνείδητοι καὶ αἰσχροὶ συκοφάνται, ὠργίαζον καὶ ἔζων μὲ πολυτέλειαν εἰς βάρος τοῦ λαοῦ· ἕνε-κα τούτου ἐσχηματίσθη ἡ κοινὴ ἀντίληφις ὅτι εἰς τὴν πολιτικὴν δὲν χρειάζεται ἠθικὴ καὶ ὅτι, διὰ νὰ ἀποκτήση κανεὶς πλοῦτον καὶ δόξαν καὶ τιμάς. ἀρκοῦν τὰ προσόντα τῶν πονηρῶν καὶ φαύλων· τούτους λοιπὸν ἐξετίμουν καὶ ἐθαύμαζαν καὶ ἐζήλευαν. Τῆς κοινῆς ταύτης ἀντιλήψεως προσωποποίησις εἶναι ὁ φιλοπόνηρος τοῦ Θεοφράστου.» (Σημ. Ε. Δαυΐδ, 1940).

[2] «Οἱ καταδικαζόμενοι εἰς δημοσίας δίκας ἔχαναν τὰ πολιτικά των δικαι-ώματα· δημόσιαι δὲ δίκαι ἢ γραφαὶ ἦσαν αἱ ἀναφερόμεναι εἰς τὴν πολι-τείαν ἢ τὴν θρησκείαν, ἐνῷ αἱ ἄλλαι ἐλέγοντο ἁπλῶς δίκαι.» (Σημ. Ε. Δαυΐδ, 1940).

[3] «Ο πονηρός άνθρωπος εκ του πονηρού θησαυρού της καρδίας αυτού εκβάλλει πονηρά· εκ γαρ του περισσεύματος της καρδίας το στόμα λαλεί (Ματθ. Κεφ. ιβ’, στ. 34, 35). Και ο Ησαΐας εις έν μέρος· “Ουαί, οι λέγοντες το πονηρόν καλόν, και το καλόν πονηρόν! οι τιθέντες το σκότος φώς, και το φως σκότος!” Αλλοίμονον, οι διά τα πάθη των περιθάλποντες και προστατεύοντες το βδέλυγμα της ερημώσεως, το έκστρωμα της φύσεως, το όργανον και σκέλετρον του διαβόλου, την αισχύνην του Κοινού! Συμβέβηκε δε αυτοίς το της αληθούς Παροιμίας· Κύων επιστρέψας επί το ίδιον εξέραμα, και υς λουσαμένη, εις κύλισμα βορβόρου (Β’ Πέτρ. β’, 22).» (Σημ. Γ. Ζαχαριάδου, 1845).

[4] «Θέλων ο φιλοπόνηρος να δικαιώση τον ένοχον, τον επί του δικαστηρίου κρινόμενον, λέγει, ότι οι ακροαταί περισσότερον στοχάζονται την ευγλωττίαν του Συνηγόρου, παρά την κατάστασιν του εγκαλουμένου.» (Σημ. Γ. Ζαχαριάδου, 1845).

[5] «Η λέξις σκύλος λαμβάνεται ενταύθα επί καλού· διότι ο φιλοπόνηρος θέλει να ειπή με τούτο το όνομα, ότι ο πελάτης του φυλάττει την πολιτείαν, καθώς ο σκύλος την οικίαν.» (Σημ. Γ. Ζαχαριάδου, 1845).

[6] «Οἱ μέτοικοι (ξένοι) δὲν εἶχον δικαίωμα νὰ παρουσιασθῶσιν αὐτοπροσώπως εἰς τὸ δικαστήριον ἀλλὰ διά τινος πολίτου Ἀθηναίου, τοῦ πάτρω-νος ἢ προστάτου αὐτῶν.» (Σημ. Ε. Δαυΐδ, 1940)

[7] «Μετὰ τὴν ἀπολογίαν τοῦ ἰδίου κατηγορουμένου τὸ δικαστήριον ἐπέτρεπε καὶ εἰς συγγενῆ ἢ φίλον του νὰ ὁμιλήσῃ ὑπὲρ αὐτοῦ· ὁ τοιοῦτος ἐλέ-γετο συνήγορος.» (Σημ. Ε. Δαυΐδ, 1940).

[8] Ο Γ. Ζαχαριάδης μεταφράζει τον τελευταίο στίχο: «Όμοιος τον όμοιον αγαπά, και η κοπριά τα λάχανα.»

Σχετικά Άρθρα

Αυτή η ιστοσελίδα χρησιμοποιεί cookies για να βελτιώσει την εμπειρία σας. Συνεχίζοντας την περιήγησή σας, δίνετε την συγκατάθεσή σας για την χρήση των cookies. Aποδοχή